Το θέατρο είναι η καλύτερη ενσάρκωση της άλλης σκηνής
Andr
é Green

22 September 2014

Τέχνη και διαστροφή: Το παράδειγμα της μαύρης παιδαγωγικής




Μαύρη παιδαγωγική, ή αλλιώς, δηλητηριώδης  παιδαγωγική, ονομάζεται η παιδαγωγική της καταπίεσης, της βίας και πρόκλησης ψυχικής βλάβης στα παιδιά.

Ο αρχικός όρος προέρχεται από τη Γερμανία, (Schwarze Pädagogik) από το ομώνυμο βιβλίο της Katharina Rutschky, το 1977. Στη Γερμανία η μαύρη παιδαγωγική ασκείται κυρίως σε μεγάλη έκταση από τα τέλη του 18ου αι. και κατά τον 19ο αιώνα. Μια τέτοια συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά σχετιζόταν κυρίως με την αντίληψη ότι τα παιδιά έχουν φύση με διαβολικά στοιχεία που πρέπει να χειραγωγηθεί και να εξαλειφθούν.

Η μαύρη παιδαγωγική βασίζεται στη βία και είναι μία μέθοδος διαπαιδαγώγησης, μία στρατηγική, που περιλαμβάνει πολλές και διαφορετικές εφαρμογές.

Μία βασική εφαρμογή της είναι η σωματική κακοποίηση του παιδιού. Η σωματική κακοποίηση, το ξύλο, είναι μία πρακτική που μέχρι και πρόσφατα θεωρείτο αποδεκτή. Γι αυτό και στις σχολικές τάξεις, ως τη δεκαετία του '80, ήταν απαραίτητη η ύπαρξη του χάρακα-βέργας για τη σωματική τιμωρία των άτακτων ή αδιάβαστων μαθητών. "Το ξύλο που βγήκε από τον παράδεισο" είχε ως στόχο την εξάλειψη αυτού του δαιμονικού στοιχείου της παιδικής ηλικίας. Δυστυχώς, μόνο πρόσφατα από δουλειές ψυχολόγων, έγιναν αντιληπτές οι συνέπειες της σωματικής κακοποίησης των παιδιών στον ψυχισμό τους. Η βασικότερη όλων είναι η ταπείνωση και το πλήγμα στο ναρκισσισμό του παιδιού που παραμένει ανεξίτηλο τραύμα στη ζωή του.

Μια άλλη εφαρμογή της είναι η ταπείνωση του παιδιού με τρομοκρατία.  Ο γονιός εμφανίζεται στα μάτια του παιδιού του ως ένα τέρας που απειλεί τη σωματική και ψυχική ακεραιότητά του.  Οι πολύ δυνατές φωνές πλήττουν εξίσου τον ψυχισμό του παιδιού. Ο καθένας μας μπορεί να αντέξει ένα ερέθισμα ως έναν βαθμό έντασης.  Από το σημείο αυτό και μετά, επιστρατεύονται πιο πρωτόγονοι μηχανισμοί άμυνας με στόχο την επιβίωση, όπως η αποσύνδεση, η σχάση και η διάσπαση που αδειάζουν την πράξη από το νόημά της. Τότε είναι πιθανή και η είσοδος στην ψύχωση.

Ταπείνωση, ακύρωση του παιδιού από το γονιό, μπορεί να γίνει και με άλλους τρόπους, όπως είναι η προσβολή μπροστά σε τρίτους.

Μία άλλη εφαρμογή μαύρης παιδαγωγικής είναι η χρήση μέσων. Τέτοιο είναι το παράδειγμα του "μπαμπούλα", του "μεσημερά" και άλλων παρόμοιων φαντασιακών φιγούρων ή σεναρίων, που επιστρατεύονται με στόχο τη συμμόρφωση μέσω του φόβου.

Χαρακτηριστικό δείγμα τέτοιας διαμεσολάβησης είναι τα παραμύθια που επινόησε ο γιατρός Heinrich Hoffmann στα μέσα του 19ου αιώνα για να συμμορφώσει αρχικά τον γιο του. 

Τα εικονογραφημένα παραμύθια του κυκλοφόρησαν στη Γερμανία υπό τον τίτλο: "Ο Struwwelpeter (=ο Πέτρος ο μαλλιάς) και άλλες αστείες ιστορίες". Από τον κεντρικό ήρωα (ή καλύτερα αντι-ήρωα) δόθηκε η έμπνευση για την επινόηση του κινηματογραφικού "Ψαλιδοχέρη" που ενσάρκωσε ο Johnny Depp. Τα παραμύθια αυτά χαρακτηρίζονται από μικρά κείμενα και λίγες εικόνες. Είναι αυτοτελή και συμπυκνωμένα.


                                 

Τόσο οι εικόνες, όσο και το κείμενο έχουν ως στόχο τη συμμόρφωση του παιδιού στον λόγο του ενήλικα προκειμένου να γλυτώσει τον καταστροφικό θάνατο.

Όλα αυτά τα παραμύθια έχουν κακό τέλος. Η
εικονογράφηση είναι πράγματι τρομακτική, καθώς μπορεί στην τελευταία εικόνα να
βλέπουμε το παιδί στάχτη από κεραυνό, ή με κομμένα χέρια ή άλλα μέλη από
φιγούρες εξωπραγματικές που εμφανίζονται μετά την αταξία για να επαναφέρουν την
τάξη μέσα από την τιμωρία.


Ο στόχος της μαύρης παιδαγωγικής είναι η ενδοβολή του υπερεγώ στο παιδί και η τιθάσευση της ενόρμησης. Το υπερεγώ είναι το σύστημα απαγορεύσεων και κανόνων που διαθέτει ο ενήλικας, το σχολείο, η κοινωνία. 


Ωστόσο, αξίζει να σταθούμε και σε άλλη μία πτυχή αυτών των παραμυθιών. Πρόκειται για το ότι το παιδί εμφανίζεται πάντα μόνο του. Τη μητέρα, συνήθως, τη βλέπουμε στην πρώτη εικόνα να φεύγει και να λέει στο παιδί τι πρέπει να κάνει και τι δεν πρέπει. Το προειδοποιεί επίσης για
το τι πρόκειται να του συμβεί αν παραβιάσει τον κανόνα. 

Αυτό το μοτίβο που επαναλαμβάνεται, της απουσίας του ενήλικα, ίσως να καταδεικνύει και την σημασία που δίνεται στην γρήγορη αυτονόμηση του παιδιού μέσα από την βίαιη ενσωμάτωση του κανόνα (υπερεγώ). 


Η αυτονόμηση του παιδιού είναι σίγουρα ένα ζητούμενο από τον κάθε καλό γονιό. Όμως σε περιπτώσεις όπως αυτή που εξετάζουμε προκαλείται με βια-σύνη και έλλειψη υπομονής από τη μεριά των ενηλίκων.


Είναι άραγε τυχαίο ότι μετά από μία τέτοια παιδαγωγική εμφανίστηκαν δύο φρικαλέοι παγκόσμιοι πόλεμοι που ξεκίνησαν από τη Γερμανία; Το παράδοξο που εμφανίζεται στην ιστορία αυτής της χώρας είναι η πάλη ανάμεσα στο Ιδεώδες του Εγώ, όπως εμφανίζεται από το κίνημα του ρομαντισμού (με τον Γκαίτε, τον Σίλερ κλπ) με το Υπερεγώ, όπως εμφανίζεται μέσα από την
υπερβολική αυστηρότητα και τη χρήση της τιμωρίας. Αυτή η αντίφαση είναι τόσο
εμφανής από τους άλλους λαούς που οι Κινέζοι ονομάζουν τη Γερμανία (De Guo
) (=η χώρα τηςηθικής, αλλά ταυτόχρονα και η χώρα της καλοσύνης).  

Ωστόσο, η μαύρη παιδαγωγική της τιμωρίας, του αποκλεισμού και της βίας απαντιέται παντού και δεν γνωρίζει σύνορα ή εθνότητες. Δυστυχώς, πολλοί σύγχρονοι γονείς, αλλά και εκπαιδευτικοί, την ασκούν στα παιδιά  δημιουργώντας τραυματισμένους ενήλικες. 


Συνέπειες μιας τέτοιας αντιμετώπισης είναι ο τραυματισμένος ναρκισσισμός του παιδιού, η διαιώνιση της βίαιης συμπεριφοράς, καθώς το παιδί από θύμα μάλλον θα γίνει θύτης-ή θα συνεχίσει τον ρόλο του θύματος και ως ενήλικας, η εγκατάσταση της οργής και του μίσους είναι επόμενα
να εγκατασταθούν στην παιδική και αργότερα στην ενήλικη ψυχή. Η μαύρη παιδαγωγική συνδέεται με όλες τις μορφές ψυχοπαθολογίας και οδηγεί στη δημιουργία δυστυχισμένων ανθρώπων καθώς στρέφεται ενάντια στις αρχές της ζωής.


Οι τραυματισμένοι ενήλικες μπορούν να απαλλαγούν από τα τραύματα του παρελθόντος μόνο εφόσον τα συνειδητοποιήσουν και θελήσουν να σπάσουν τον φαύλο κύκλο της βίας μέσα από μία θεραπευτική διαδικασία που επιτρέπει την επεξεργασία και τη νοηματοδότηση. Μόνο τότε η
επόμενη γενιά μπορεί να ελευθερωθεί από το κρίμα των προγόνων και να μπει τέλος
στην επανάληψη του τραύματος.

Κλείνοντας αυτή τη μελέτη παραθέτω το τρέηλερ της ταινίας "Ο Ψαλιδοχέρης" (1990) του Τιμ Μπάρτον με τον Τζονυ Ντεπ, κι ένα μουσικό κομμάτι του συγκροτήματος Tiger Lilies (1999) ως δείγματα σύγχρονης τέχνης που εμπνεύστηκαν από τη μαύρη παιδαγωγική του Dr. Hoffman. 











05 September 2014

La dramathérapie psychanalytique: L’exemple d’un groupe de chômeurs en Grèce

(Le text decrit une recherche effectuée depuis fevrier 2012 jusque le mars 2013 à Athènes et presentée sous le même titre, à la conférence internationale "Psychanalyse et groupe" organisée par CNAM, à Paris, Mars 2013. Je dois aussi noter que l'histoire du groupe a continué après la recherche mais ça necessite un autre article que j' espère présenter dans l' avenir).

La dramathérapie est une des psychothérapies des médiations artistiques. Il existe plusieurs modèles de dramathérapie, comme c’est le cas du modèle des rôles (Landy), du modèle anthropologique (Jennings, Gersie, etc.), du modèle des transformations développementales  (Johnson) et autres.
Le modèle de dramathérapie psychanalytique résulte de la rencontre de la théorie et des pratiques de la dramathérapie comme elles sont été développées plutôt dans les pays anglo-saxons et de la théorie psychanalytique du groupe et les travaux sur la médiation de l’école française (Kaës, Anzieu, Chouvier, Brun, Roussillon, etc.).
Dans ce modèle de dramathérapie, le thérapeute est moins intervenant dans les actes symboliques et reste dans la neutralité bienveillante. 
Le contexte des séances est bien structuré et défini. La priorité est donnée à la recherche du sens ; un sens de la réalité propre du sujet, mais aussi un sens qui se coproduit au sein du groupe.
L’interprétation des actes symboliques a, alors, une place importante dans le processus et se réalise par le membre lui-même et par les autres membres aussi. Le dramathérapeute s’intéresse plutôt à la compréhension des phénomènes collectifs et de la dynamique du groupe. C’est par ce processus qu’il propose les actes de la médiation, d’une façon spontanée, non préparée d’avance, mais en consonance avec le contenu qui se dévoile par cet ici et maintenant du groupe.
Le modèle psychanalytique se distingue aussi par l’importance qu’il accorde aux phénomènes du transfert.
Les trois types de transfert (face au thérapeute, face aux autres membres du groupe et face au groupe lui-même) dans le cas des thérapies de médiations se doublent.  On peut, alors, observer le transfert au cours de la communication verbale et non verbale du groupe, mais aussi au cours des médiations artistiques.
Ce dédoublement du transfert est, à mon avis, un des plus grands avantages des thérapies de médiations, puisque cela permet la prise de conscience dans un temps plus court que dans les cas où la médiation est absente.
La diminution du temps de la prise de conscience dans un autre cas pourrait consister comme un acte perturbant et même violent, d’après Aulagnier, qui ne respecte pas les défenses des sujets. Par contre, l’art, en tant que médiation, constitue l’espace transitionnel, au sens winnicottien. En tant que tel, il produit un espace de sécurité et une distance qui facilitent l’auto-observation à travers le produit artistique.
En Grèce, pendant ces trois dernières années de la crise économique, s’est développée une situation que presque personne ne pouvait prévoir.
On peut facilement constater le pessimisme et même la dépression généralisée sociale qui possède des caractéristiques de contamination, situation dans laquelle les médias ont un rôle important.
Nous constatons aussi un énorme accroissement du taux de suicides, qui se traduit par trois suicides par jour (pour une population totale de dix millions d’habitants).
Quelques suicides s’effectuent de façon très spectaculaire pour se transformer finalement en actes symboliques-collectifs. En même temps, les phénomènes d’anomie sociale et de la violence entrent dans les vies quotidiennes.
L’environnement se détruit dans cette politique en quête de profits immédiats et transforme les forêts en mines d’or.
En même temps que l’accroissement du taux de chômage touche 27% de la population, l’émigration de la population vers des pays plus riches réapparaît depuis les années 1960. Mais cette fois-ci, avec d’autres caractéristiques : il ne s’agit plus des ouvriers, mais des jeunes surdiplômés.
Dans cette politique d’austérité, les services de la santé mentale sont soit arrêtés, soit beaucoup dévalués à cause de l’absence du personnel. Le syndrome d’épuisement professionnel chez la plupart de nos collègues qui y travaillent devient fréquent. Leurs salaires ont aussi été diminués de presque de 30% au cours de ces trois dernières années.
Mais, il y a aussi un autre aspect plus positif cette fois-ci. Dans ces conditions, des nouveaux mouvements de solidarité et des réseaux d’économie d’échange, détachés de l’argent, s’épanouissent dans tout le pays.
Que peut alors faire le psychologue ?
En tant que psychologue-dramathérapeute en cabinet privé, j’ai pensé à combiner mon désir de contribuer au soulagement de la souffrance des chômeurs, en leur offrant la possibilité de participer gratuitement à un groupe de dramathérapie psychanalytique, et mon désir de rechercher ce qui se passe au niveau psychologique chez ces chômeurs. 
L’idée de travailler avec les chômeurs a sa préhistoire. J’avais déjà vécu les conséquences bénéfiques de ma propre psychothérapie psychanalytique sur mon métier. Au cours des années suivantes, j’ai aussi constaté ce changement positif de la vie professionnelle chez mes clients qui suivaient la dramathérapie psychanalytique du groupe.
La souffrance provenant du travail est assez répandue d’ailleurs. Elle touche souvent les individus qui travaillent dans les grandes sociétés multinationales où la souffrance provient de l’homogénéité et des exigences imposées insupportables. Une autre population professionnelle présentant un risque élevé (le deuxième après les infirmiers, selon ELINYAE) du syndrome de l’épuisement professionnel en Grèce, est celle des fonctionnaires, à cause du système de corruption et du favoritisme opérés par les partis politiques et autres acteurs politiques.
Le risque le plus important que l’on peut rencontrer dans un traitement clinique offert aux chômeurs est surtout épistémologique. Le chômage est un phénomène compliqué et, en tant que tel, plusieurs interprétations sont possibles.
Dans un tel projet, le danger évident est la psychologisation du chômeur  (suivant des économistes comme Malthus, Booth et autres). Plusieurs recherches soulignent la vulnérabilité psychique qui résulte le chômage de longue durée, mais, dans ce cas, la psychopathologie quelconque est la conséquence du chômage et pas sa raison. Il y a aussi des théories qui considèrent le chômage uniquement comme un phénomène social (Engels, Beveridge, Keynes, etc.).
Une interprétation psychologisante ou socialisante des phénomènes complexes, tel que le chômage, n’est jamais totalement neutre sur le plan idéologique (Papastamou, Doise).
La solution à ce problème nous vient du courant de la psychologie sociale clinique (Pagès, de Gaulejac, Navridis et autres) qui tente une synthèse du social et de la clinique, en s’intéressant plutôt aux mécanismes articulatoires, relationnels entre le social, l’individuel et la famille, en tant que cellule intermédiaire.
C’est sous cette perspective que j’ai commencé à travailler avec un groupe-pilote des chômeurs. Ce groupe avait deux buts : thérapeutique et de recherche.
Est-ce que le chômage à longue durée produit des difficultés psychologiques chez les chômeurs, qui les empêchent à réintégrer le marché du travail et si oui, quelles en sont les causes ? Y a-t-il des facteurs internes concernant l’historicité du sujet et de sa famille qui peuvent intervenir dans la difficulté de celui-ci à trouver un travail ? Ces deux questions ont été la base de cette recherche.

L’échantillon

Pour trouver les membres de ce groupe, j’ai profité de l’usage des médias sociaux (blog, Facebook, Twiter, autres sites).
Les critères du choix des chômeurs étaient :
– être au chômage depuis plus de huit mois,
– ne pas être des étudiants,
– avoir un revenu annuaire jusque 8000 euros au maximum.
– posséder une carte de chômage.
Plus de cinquante personnes ont téléphoné et ont accepté un premier rendez-vous, mais seules dix se sont finalement présentées, et parmi les absents, seuls deux avaient prévenu qu’elles annulaient le rendez-vous.
Parmi ces dix personnes, sept seulement répondaient aux critères et ont été acceptées. L’une d’elle a trouvé un travail avant le commencement du groupe et n’y a donc pas participé.
Le groupe de six personnes a commencé au mois de février de 2012. Il était constitué de cinq femmes et un homme, d’un âge moyen de 34 ans. Cinq sujets avaient un niveau d’éducation supérieur et le dernier, moyen.
Parmi eux, trois personnes ont avoué qu’elles voulaient aussi connaître la méthode de dramathérapie (ainsi, elles avaient en même temps un motif supplémentaire). 
Les métiers de leurs parents montrent que tous les membres du groupe proviennent de la même classe sociale. Tous les parents étaient des techniciens-manœuvriers, sauf un policier.

Le contrat

Le contrat est présenté au cours de la première rencontre individuelle :

– la participation au groupe est gratuite. Mais chaque membre doit apporter quelque chose à chaque séance ; chose réelle ou irréelle, peu importe sa valeur économique ;
–  la participation gratuite ne vaut que tant que dure le chômage. Si un membre trouve du travail et veut continuer la thérapie, il doit rembourser le 15% de son revenu, jusqu’aux limites du tarif que payent les autres clients. À partir de ce moment, le sujet n’est plus obligé d’apporter l’objet du remboursement ;
– nous avons une séance d’une heure et demie par semaine et des périodes de vacances ;
– quand quelqu’un veut partir du groupe, il doit prévenir au moins deux mois à l’avance, pour que le groupe et le sujet lui-même puissent travailler le deuil de la séparation.

Les buts thérapeutiques généraux

– Le support.
– La prévention de suicide, de psychopathologies liées au chômage, de la chute à l’anomie, mais aussi de la victimisation à cause du besoin.
– Le changement des attitudes (de la passivité à l’activité, de la rigidité à la flexibilité, de la soumission aux réalités imposées à leur mise en question, etc.) des comportements et des rôles qui peuvent biaiser le retour à l’emploi.
– La connaissance de soi et l’évolution.
– Préciser leurs désirs concernant le travail/Réorientation.
– La focalisation vers le désir-but.
– Le renforcement psychique.
– Retrouver le moral – pas de culpabilisation, mais retrouver la foi en un avenir meilleur.
–  Se resocialiser : Etablir des relations avec des groupes, d’autres individus, suivre des activités collectives, faire face à la honte.
– Synthétiser et produire des nouvelles identités professionnelles plus indépendantes.

 Le processus

Le thème des conversations du groupe pendant les séances ne se limite pas au chômage. Le processus se déroule comme dans tous les autres groupes avec lesquels je travaille. Ce qui fait la différence cette fois-ci, c’est que les membres du groupe à la place de me payer pour leur participation par l’argent, ils apportent des objets en tant que remboursement.







Ces objets portent toujours une signification symbolique et leur présentation au groupe – ainsi que la recherche de leur sens par le groupe – est devenue comme un rituel à chaque séance. Ces objets, eux-mêmes, se transforment ainsi en matériel de médiation supplémentaire.

Une autre fonction de ces objets est leur contribution à l’amélioration de l’estime de soi des membres du groupe. Ces objets qui sont apportés par les membres du groupe à la place de l’argent sont très utiles pour mon travail, comme il y a plusieurs techniques de la dramathérapie où nous utilisons des objets sur la scène. 
Parfois, des objets-nourritures arrivent pour tout le groupe (comme des fraises, des gâteaux, des œufs, des glaces, etc.). 

La contribution, l’offrande elle-même, devient très bénéfique aux membres et constitue un  facteur organisateur du contexte de ce groupe. 

Les membres attendent toujours ce moment de l’offrande des objets, et leur contribution à la prise de conscience, ainsi que leur fonction cohésive (ces objets sont étant perçus comme des cadeaux) sont si marquantes que personne ne veut arrêter de participer à cette pratique, même au moment où ils commencent à  payer normalement après avoir commencé à travailler.

Au niveau de rôles choisis spontanément sur la scène, nous distinguons des rôles qui concernent :

– le rejet social (comme du bouc émissaire, du clandestin),
– le sacrifice (Jésus, Iphigénie, l’agneau),
– la fuite (comme celle du voyageur, du nomade),
– l’absence de place et d’auto-annulation (de l’invisible, du suspendu, de l’étranger),
– la suppression ou l’infériorité et les relations du pouvoir (de l’enfant, du héros – qui remplit une mission imposée par le roi ou le dieu, du pion-soldat).
– les rôles plus élaborés (du roi, du dieu, du professeur, du parent, du créateur, de l’innovateur).

Ces rôles, on les voit dans une évolution au cours de la thérapie.

Aujourd’hui, le groupe continue avec six membres, mais sa constitution a changé. Deux sont partis parce qu’ils ont trouvé du travail (un dans une autre ville et l’autre, parce que ses heures de travail coïncidaient avec celles du groupe), et un autre a déménagé dans sa ville d’origine – considéré par le groupe comme drop out. Trois nouveaux membres ont rejoint le groupe au cours des sept derniers mois.

Nous pouvons distinguer trois catégories des sujets-chômeurs (sur les neuf sujets) :

– les motivés-actifs (comme les deux sujets qui s’intéressent aussi à la méthode de la dramathérapie). Ce sont les premiers à avoir retrouvé du travail ;
– les dépressifs-découragés (deux sujets) dont une femme avait commencé à présenter des comportements au bord de l’anomie comme résidence nomade, usage de drogues, isolement et rupture des relations avec sa famille. Pendant la thérapie, elle est devenue plus consciente de sa situation, elle a trouvé un appartement en colocation, dont elle paie le loyer en gardant deux enfants à mi-temps, et elle est devenue beaucoup plus créative en se concentrant sur son art et en participant à des événements artistiques, mais sans, jusqu’à présent, pouvoir en vivre ;
– les névrotiques (cinq sujets). Ces sujets se caractérisaient par un langage si mal structuré que les autres membres du groupe se plaignaient de ne pas les comprendre. Petit à petit, leur langage est devenu beaucoup plus clair et moins chaotique. En plus, nous constatons leur progrès à prendre des décisions et ne pas se perdre dans des différentes possibilités. C’est la décision prise qui à la suite organise le comportement par la focalisation sur le but. Ainsi, ils ne restent plus dans la passivité. L’abandon au hasard pour trouver un boulot, peu importe lequel, donne petit à petit sa place à la motivation personnelle pour trouver un travail désirable.  

Ces personnes ont trouvé dans les médiations artistiques une voie d’expressivité plus directe. Au niveau des actes symboliques, ils préféraient des rôles immatures. Les deux sujets souffraient de crises de panique. Après trois mois, ces symptômes ont disparu. Un des deux sujets a abandonné le groupe au bout de six mois pour retourner dans son île d’origine, mais sans projet. Il s’agit du seul drop-out.

La réalité collective du groupe a été marquée par des phases de transition, à cause du changement de sa dynamique par l’entrée ou le départ des membres, mais, aussi, à cause de l’évolution du groupe.
Les sujets devenaient plus conscients de ces passages grâce à la médiation et à son contenu symbolique. Le passage d’un schéma (pattern) à un autre se manifeste dans les produits artistiques, mais aussi dans les objets apportés au groupe et dans les rêves.
Il y avait, par exemple, des séances où plusieurs membres apportaient le même objet, ou presque le même rêve, comme c’est le cas où le groupe « a parlé » sur le changement de perspective. Ça c’est l’exemple d’une séance au cours de laquelle trois membres apportent comme objets d’offrande des paires de lunettes. Un autre membre était arrivé ayant cassé ses propres lunettes. Ainsi, le thème du changement de perspective s’introduit dans cette séance par la médiation des objets d’offrande.



Aujourd’hui, parmi les neuf personnes qui ont été membres du groupe au cours des treize mois qui a duré, cinq ont trouvé les postes qu’ils désiraient, deux travaillent à mi-temps, une est encore au chômage et une est partie avant de trouver un travail. Parmi les cinq qui travaillent, deux gagnent 50% de plus que le salaire moyen en Grèce. Un autre sujet a choisi le travail désirable parmi quatre postes trouvés et auxquels elle a été acceptée. C’est elle qui rejet cette fois-ci les trois boulots pour garder finalement celui qui lui convient le plus. Nous pouvons voir comment les rôles changent dans ce cas ; Celle qui sentait rejetée par la société pour si longtemps, elle a finalement le droit de faire son propre choix.
Comme la majorité des membres du groupe travaillent aujourd’hui, l’heure des séances a été changée pour le soir. Ce changement est vécu par les membres comme un renforcement de leur estime de soi, comme une évolution, ainsi que l’a exprimé un sujet en disant : Bienvenue dans le monde adulte !  
Un nouveau groupe de chômeurs commencera bientôt. En même temps, nous sommes en train de créer un réseau d’interventions avec d’autres collègues en Grèce afin qu’un plus grand nombre de chômeurs puisse en bénéficier.
                                   

Bibliographie
AULAGNIER, P. 1975. La violence de l’interprétation, Paris, PUF.
BRUN, A. ; CHOUVIER, B. ; ROUSSILLON, R. 2013. Manuel des médiations thérapeutiques, Paris, Dunod.
ΔΕΔΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Α. 2004. Θεωρίες της ανεργίας, Αθήνα, Τυπωθήτω.
De Gaulejac, V. 1987. La névrose de classe, Paris, Hommes & Groupes.
DOISE, W. 1982. L’explication en psychologie sociale, Paris, PUF.
KAËS, R. 2007. Un singulier pluriel. La psychanalyse à l’épreuve du groupe,Paris, Dunod.
LANDY, R. 1996. Persona and performance. The meaning of role in drama, therapy and everyday life, New York & London, The Guilford Press.
ΝΑΥΡΙΔΗΣ, Κ. 1994. Κλινική κοινωνική ψυχολογία, Αθήνα, Παπαζήσης.
PAGES, M. 1986. Trace ou sens, Paris, Hommes & Groupes.
ΠΑΠΑΣΤΑΜΟΥ, Σ. 2011. Ψυχολογιοποίηση. Επιπτώσεις των ψυχολογικών ερμηνειών στα φαινόμενα κοινωνικής επιρροής, Αθήνα, Πεδίο.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Ν. 2005. Η οδύνη των ανέργων. Αθήνα, Πολύτροπον.
STAVROU, D. 2010. La méthode de dramathérapie. http://drama-mediation.blogspot.gr/2010/10/la-methode-de-dramatherapie.html

WINNICOTT, D. W. 1971. Playing and reality, London, Hogarth Press.

21 March 2014

Το μαύρο θέατρο στη θεραπεία: Κλινικές εφαρμογές

(Βασισμένο στη διάλεξη που δόθηκε στο ίδρυμα "Μ.Κακογιάννης" την Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014 στα πλαίσια της ημερίδας: "κουκλοθέατρο και θεραπεία" που διοργάνωσε το Ελληνικό Κέντρο κουκλοθεάτρου "UNIMA Hellas" μαζί με το ίδρυμα Μ. Κακογιάννης. πριν την διάλεξη πραγματοποιήθηκε και workshop πάνω στο ίδιο θέμα).


           Είμαι πολύ ευτυχής που συμμετέχω στην πρώτη εκδήλωση που γίνεται στην Ελλάδα για το κουκλοθέατρο στην θεραπεία και ευχαριστώ πολύ για την τιμή αυτή προσωπικά τον Στάθη Μαρκόπουλο αλλά και το Ελληνικό Κέντρο Κουκλοθεάτρου της UNIMA που με κάλεσαν. Εύχομαι να είναι σήμερα η ιστορική αρχή του παντρέματος της θεραπείας με το κουκλοθέατρο και στη χώρα μας, όπως σε άλλες χώρες.

           Βρίσκομαι εδώ ως ψυχολόγος και δραματοθεραπεύτρια. Εντούτοις, στην κλινική πράξη χρησιμοποιώ κυρίως την πολυδιαμεσολάβηση και όχι αποκλειστικά το θέατρο. Τα μέσα δηλαδή των τεχνικών μου έρχονται από όλες τις τέχνες και όχι μόνο. Αυτό έχει να κάνει αφενός με τον χαρακτήρα μου (με ελκύουν πολλές τέχνες και άλλα μέσα) όσο και από την αναγκαιότητα που έχω διαπιστώσει κατά την κλινική εφαρμογή.

             Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, δεν μπορεί κατευθείαν ένας ψυχωτικός να συμμετέχει σε μία συνεδρία θεατροθεραπείας, χωρίς να έχει πρώτα κατακτήσει θεραπευτικά άλλα στάδια, που έχουν να κάνουν με την κοινωνικοποίησή του. Έτσι και το μαύρο θέατρο, όπως κάθε άλλη τέχνη, θα πρέπει ως τεχνική, ως μέσο, να αξιοποιηθεί θεραπευτικά στην κατάλληλη συνθήκη. Επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο να σας αναφέρω μία τραυματική μου εμπειρία που είχα ως φοιτήτρια που έκανα την πρακτική μου στη Γαλλία με ένα ψυχωτικό παιδί…Δούλευα σε ένα ίδρυμα  από το πρωί ως το βράδυ μία φορά την εβδομάδα, με παιδιά με δυσκολίες προσαρμογής και ψυχοπαθολογία. Μία μέρα το τελευταίο μου περιστατικό ήταν ένα παιδί 10 περίπου χρονών με διάγνωση ψύχωσης. Ήταν πάντα αρκετά συνεργάσιμο και τα πηγαίναμε αρκετά καλά στο επίπεδο της συνεννόησης. Ωστόσο δεν ήμουν σε καθημερινή βάση στο ίδρυμα για να έχουμε αναπτύξει δεσμό εμπιστοσύνης, αλλά ήμουν και εντελώς άπειρη. Μία φορά, μπήκε στο γραφείο, όπως συνήθως, ήρθε κατά πάνω μου και άρχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά αποκαλώντας με «μαμά», κάτι που το είχε ξανακάνει στο παρελθόν και που έδειχνε την παλινδρόμησή του. Κάποια στιγμή, σβήνει το φως και εκεί γίνεται η αποκάλυψη…το παιδί μεταμορφώνεται, γίνεται έξαλλο, μου επιτίθεται, μου τραβά τα μαλλιά, βρίζει, ουρλιάζει χτυπιέται.  Τέλος, ανοίγει το παράθυρο του κάστρου στο οποίο και στεγαζόταν το ίδρυμα και πάει να πηδήξει στο κενό. Το προλάβαμε τελευταία στιγμή με τον συνάδελφό μου, που ως πιο έμπειρος ψυχολόγος μπαίνοντας στο δωμάτιο έχοντας ακούσει την φασαρία άναψε αμέσως το φως…

               Η παραπάνω εμπειρία με σόκαρε και παραλίγο να σταθεί η αιτία να παρατήσω την κλινική ψυχολογία και να ασχοληθώ με κάτι λιγότερο επικίνδυνο. Ωστόσο, μου διακίνησε ταυτόχρονα και την περιέργεια να καταλάβω τι είχε συμβεί….Τι ήταν αυτό που μεταμόρφωσε το παιδί. Κι αυτή η κατανόηση ήρθε χρόνια μετά, στην διάρκεια μίας εποπτείας μου, αλλά και μέσα από την αναπτυσσόμενη κλινική εμπειρία όταν κατάλαβα ότι το σκοτάδι ήταν η αιτία αυτής της κρίσης γιατί επιτρέπει την ανάδυση φαντασιώσεων περισσότερο από ότι το φως της μέρας…

           Την διηγήθηκα αυτή την ιστορία για να τονίσω ότι τα μέσα πρέπει να χρησιμοποιούνται με σύνεση, να σχετίζονται με τον συγκεκριμένο πληθυσμό ή την ιδιαιτερότητα του υποκειμένου που δουλεύουμε, το πλαίσιο, τον στόχο που θέλουμε να κατακτήσουμε, αλλά και την κατάλληλη χρονική στιγμή.

           Έτσι, χρησιμοποιώ όλα τα μέσα ανάλογα με τον στόχο αλλαγής και όχι αποκλειστικά το μαύρο θέατρο. Λέω στόχο αλλαγής κι όχι μόνο θεραπείας, γιατί η διαμεσολάβηση μπορεί να αξιοποιηθεί και σε άλλους σκοπούς, όπως είναι η εκπαίδευση, η επιμόρφωση, η διαφήμιση, ο ακτιβισμός κλπ. Ο στόχος μας όμως στα πλαίσια αυτής της ημερίδας είναι η ψυχοθεραπεία, οπότε θα επικεντρωθούμε σε αυτόν.

             «Μαύρο θέατρο» ονομάζονται δύο μορφές θεάτρου που διαχωρίζονται γεωγραφικά από τον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό ωκεανό. Η πρώτη αφορά το θέατρο των  Αφροαμερικανών, που χαρακτηρίζεται από έντονα πολιτικά στοιχεία. Η δεύτερη που μας αφορά, αναφέρεται στην μορφή θεάτρου που χρησιμοποιεί το σκοτάδι και τις λάμπες UV, black light που εξαφανίζουν όλα τα μη φωσφορούχα αντικείμενα και όλα τα χρώματα, με εξαίρεση το άσπρο. Αυτή η μορφή θεάτρου έχει συνδεθεί με την Πράγα, λόγω της ύπαρξης πολλών θιάσων μαύρου θεάτρου, ωστόσο οι απαρχές του βρίσκονται στην Ασία και συγκεκριμένα στους ακροβάτες της αρχαίας Κίνας. Ο Ρώσος Stanislavski στο θέατρο αλλά και ο Γάλλος κινηματογραφιστής Georges liés είναι οι πρώτοι που ασχολούνται με το μαύρο θέατρο στη Δύση και κατά τη δεκαετία του ’50 ακολουθούν κι άλλοι avant garde σκηνοθέτες ιδιαίτερα στη Γαλλία.

           Πιστεύω ότι η χρήση του μαύρου θεάτρου στη θεραπεία, όπως και κάθε άλλου καλλιτεχνικού μέσου άλλωστε, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται με τρόπο φετιχιστικό. Δεν πρέπει το μέσο να γίνει ο σκοπός αλλά να προσαρμόζονται τα μέσα στον σκοπό, στην θεραπεία δηλαδή. Κανένα θεραπευτικό μέσο δεν είναι από μόνο του αρκετό κατά τη γνώμη μου για να προσεγγίσει την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου ψυχισμού.

          Έτσι, κάθε θεραπευτής μέσω τέχνης πρέπει να συνδυάζει μέσα, προσαρμόζοντας την μέθοδό του (την θεραπεία μέσω τέχνης) ανάλογα με την ψυχική πραγματικότητα του υποκειμένου, ή την δυναμική της ομάδας του και το θέμα που πραγματεύεται στην συγκεκριμένη περίοδο ή συνεδρία.

          Τα υλικά, ή καλύτερα η υλικότητα, οι πρώτες ύλες κάθε προτεινόμενης τεχνικής δεν πρέπει να επιλέγονται δηλαδή ούτε τυχαία, ούτε αυθαίρετα, ούτε μόνο βάση του προσωπικού ταλέντου του θεραπευτή, την κλίση του σε μία τέχνη δηλαδή. Γιατί όπως είπαμε η δράση του κάθε μέσου έχει περιορισμούς, το ίδιο το μέσο είναι το μήνυμα, για να θυμηθούμε και τον θεωρητικό της επικοινωνίας Mc Luhan κι αυτό δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να είναι πάντα το ίδιο, αλλά να διανοίγει δυνατότητες δημιουργίας με διαφορετικά υλικά.

          Δουλεύοντας λοιπόν μέσα σε μία ψυχαναλυτική προοπτική, η επιλογή του μέσου, των υλικών, της μορφής, της προτεινόμενης στον θεραπευόμενο τεχνικής πρέπει να στηρίζεται στον στόχο της συγκεκριμένης συνεδρίας, πλαισίου, υποκειμένου, ψυχοπαθολογίας, χρονικής στιγμής και συγκυρίας.

         Γιατί όλα αυτά λέγονται όμως; Γιατί τελικά αυτό που μας ενδιαφέρει για να είμαστε πετυχημένοι θεραπευτές είναι να κατασκευάσουμε πετυχημένες μεταφορές. Η μεταφορά είναι η κεντρική έννοια σε κάθε ψυχοθεραπεία μέσω τέχνης. Η μεταφορά δίνει την δυνατότητα να βρίσκεται κανείς συνδεδεμένος με την υλική πραγματικότητα ενώ  ταυτόχρονα τον παραπέμπτει στην φαντασιακή. Να είναι εδώ και ταυτόχρονα να τον ταξιδεύει αλλού. Να είμαστε στο τώρα, αλλά να ξυπνά μνήμες από το παρελθόν ή να τον βάζει να οραματιστεί το μέλλον. Και αυτά τα πετυχαίνει η μεταφορά μέσω των συμβόλων. Το σύμβολο λοιπόν είναι αυτό που συνδέει και το κάθε άτομο με το συλλογικό. Μία άλλη λειτουργεία της μεταφοράς που επιτρέπει την θεραπεία σεβόμενη και τις άμυνες του ψυχισμού, χωρίς να τις βιάζει, είναι η απόσταση που επιτρέπει να πάρει ο κάθε θεραπευόμενος με το τραύμα του, να το βάλει απέναντι και να το αντι-μετωπίσει. Αυτό γίνεται ευκολότερα, όταν το τραύμα υπονοείται σε ένα έργο, ένα καλλιτεχνικό προϊόν…

              Μέσα σε μία τέτοια προοπτική χρησιμοποιώ και το μαύρο θέατρο στην θεραπεία. Ανήκει στην μεγάλη βεντάλια των τεχνικών, των διαμεσολαβήσεων που προτείνεται στους θεραπευόμενους είτε σε ατομικό είτε σε ομαδικό επίπεδο σε κάποια στιγμή της θεραπείας τους.

            Ας δούμε λοιπόν τα χαρακτηριστικά του μαύρου θεάτρου για να δούμε, να σκεφτούμε και να εμπνευστούμε για το πού, με ποιον και πότε μπορούμε να το αξιοποιήσουμε στην θεραπεία. Πώς δηλαδή μπορεί να αξιοποιηθεί ως μεταφορά. Και με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να σκεφτούμε για το κάθε μέσο σε μία θεραπεία διαμεσολάβησης.

Ξεκινάμε από τα χαρακτηριστικά του, την μορφή του…

1.       Γίνεται σε σκοτάδι, σε μαύρο φόντο.

2.       Είναι δύο διαστάσεων καθώς το ανθρώπινο μάτι ανατομικά δεν μπορεί να διακρίνει πεδίο βάθους όταν τα φόντα είναι μαύρα.

3.       Εξαφανίζεται κάθε μορφή και αντικείμενο που δεν είναι λευκό ή αυτόφωτο (φωσφορούχο) μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που επιβάλλει το φόντο του black light.

Ας εξετάσουμε τα παραπάνω για να δούμε πώς μπορούν λοιπόν να αξιοποιηθούν μεταφορικά.

Το σκοτάδι και το μαύρο

        Το μαύρο είναι χρώμα και ταυτόχρονα απουσία του χρώματος. Ο σούφι ποιητής Rumi αναφέρει ότι το μαύρο είναι η κατανάλωση/απορρόφηση όλων των χρωμάτων.

        Το σκοτάδι αγκαλιάζει και καλύπτει, παραπέμπει στο χάος και την άβυσσο. Σαν τη μαύρη τρύπα που μας απορροφά και μας εξαφανίζει. Ποιος δεν έχει αισθανθεί αυτή την αμηχανία όταν γίνεται αόρατος, ή σχεδόν αόρατος, όταν για πρώτη φορά ανεβαίνει στην σκηνή του μαύρου θεάτρου…Κοιτάζουμε τα χέρια μας σαν τα βρέφη που μόλις τα ανακαλύπτουν. Αυτή η εμπειρία είναι ταυτόχρονα ανησυχητική αλλά και καθησυχαστική. Μπορεί να είναι αγωνιώδης αλλά και διασκεδαστική. Σίγουρα όμως παραπέμπει σε αυτό που είχε περιγράψει ο Φρόυντ ως ανησυχητική ξενότητα.

      Το μαύρο συνδέεται με την παρακμή, τους καταραμένους, τη βρωμιά…

       Σκοτεινό επίσης είναι το ασυνείδητο που κρύβει και καλύπτει μέσω της απώθησης.  Εκεί βρίσκονται τόσο το τραυματικό όσο και άλλο φαντασιωτικό υλικό. Αυτή η κάλυψη, η συσκότιση μπορεί να προκαλεί προβλήματα στη ζωή όσο παραμένει ακατέργαστο το πρωτογενές υλικό, αλλά από την άλλη έχει ως στόχο την προφύλαξη του ψυχισμού. Άλλωστε το σκοτάδι προφυλάσσει με το να αφανίζει την εικόνα και όχι να εξαφανίζει το αντικείμενο.

      Το μαύρο παραπέμπει στον θάνατο αλλά σε άλλους πολιτισμούς, όπως στην αρχαία Αίγυπτο σχετίζεται με την ζωή. Είναι κρίσιμο γιατί όποιος μπει σε αυτό μπορεί να χαθεί ή αν βγει έχει βγει κερδισμένος.  Οι Ιάπωνες βλέπουν στο μαύρο την μετουσίωση και τον εξαγνισμό των συναισθημάτων. Και πράγματι, χρειάζεται να βιώσουμε την πιο δυνατή λύπη κατά το πένθος για παράδειγμα και όχι να το αποφύγουμε, αν θέλουμε πράγματι να ελευθερωθούμε από αυτό. Χρειάζεται να φτάσουμε στο βάθος των συναισθημάτων για να απελευθερωθούμε από τραυματικά γεγονότα ή από τις απώλειές μας και να τα αποχαιρετήσουμε για πάντα. Το μαύρο, παρά τους κινδύνους που περιέχει, και ο κίνδυνος είναι να παραμείνει κανείς σε αυτό και να μην καταφέρει να εξέλθει, είναι το κρυμμένο κέντρο, το απόκρυφο. Η φωτεινή σκοτεινότητα της αυτοκατανόησης…

       Ο βυθός επίσης είναι μαύρος και σκοτεινός κι όταν κάποιος πιάσει πάτο ή πνίγεται, ή ανέρχεται προς το φως. Όπως την πιο σκοτεινή στιγμή της νύχτας διαδέχεται το φως…

       Ο φόβος για το σκοτάδι είναι αρχέγονος και τον συναντάμε ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία. Και φοβόμαστε το σκοτάδι γιατί καλύπτει, γιατί μας απορροφά και μας κάνει και μας αόρατους, γιατί μοιάζει με τον κάτω κόσμο, τον θάνατο. Άλλωστε ο Έρεβος στην μυθολογία είναι γιος του Χάους και της Γαίας, αλλά και ο τόπος στον Άδη.

      Το πρόβλημα είναι ότι όσο πιο πολύ κανείς φοβάται κατά την ενήλικη ζωή το σκοτάδι και το αποφεύγει, τόσο πιο πολύ απομακρύνεται και από το φως και συσκοτίζεται η συνείδησή του. Το λέει ξεκάθαρα ο Γιουνγκ μέσα από την θεωρία του για την σκιά. Όποιος δεν αναγνωρίζει την σκιά του (το σκοτεινό τμήμα του εαυτού που προτιμούμε να το βλέπουμε στους άλλους μέσω της προβλητικής ταύτισης παρά να το  αναγνωρίσουμε στους εαυτούς μας γιατί δεν μας αρέσει) τόσο θα χαλάει τις σχέσεις του.

      Η πηγή κάθε δημιουργικότητας είναι το σκοτάδι. «Εν αρχή ην το χάος» άλλωστε σε κάθε κοσμολογία. Αλλά πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστεί  ο φόβος και να διαθέτει κανείς εσωτερικά εφόδια ή εξωτερική βοήθεια, ανάλογη του μίτου της Αριάδνης.

    Πολλοί καταραμένοι καλλιτέχνες που ονομάζονται και σκοτεινοί έχουν έρθει σε επαφή με το σκοτάδι. Και πολλοί έμειναν εκεί και χάθηκαν. Η έλξη προς την ανυπαρξία, την επιστροφή στην ανόργανη ύλη, η φροϋδική αρχή του θανάτου παραμένει πάντα μία απειλή…

 Λέει η Sylvia Plath για το δικό της σκοτάδι:

«Τρομοκρατούμαι από αυτό το μαύρο πράγμα που κοιμάται μέσα μου. Όλη μέρα αισθάνομαι τα απαλά φτερουγίσματά του, την κακεντρέχειά του».

Και η δική μας Κατερίνα Γώγου λέει στο «Για την αποκατάσταση του μαύρου»:

«‘Ασπρη είναι η αρία φυλή, η σιωπή, τα λευκά κελιά, το ψύχος, το χιόνι, οι άσπρες μπλούζες των γιατρών, τα νεκροσέντονα, η ηρωίνη…

Αυτά λίγο πρόχειρα για την αποκατάσταση του μαύρου».

       Το μαύρο εμφανίζεται ως ο άλλος πόλος του λευκού. Αλλά και η υπερβολική λευκότητα είναι εκτυφλωτική. Το λευκό θεωρείται επίσης ψυχρό..

      Μαύρο και λευκό συνδέονται με την γνώση… «Αυτός που έχει μαύρα μεσάνυχτα» βρίσκεται στον αντίποδα «αυτού που έχει πάρει την φώτιση». Αλλά από την άλλη ο Τειρεσίας και ο τυφλός Οιδίποδας γνωρίζουν όντας στο σκοτάδι της τύφλωσης όσα πριν δεν ήξεραν.

      Το δίπολο λευκού και μαύρου το βιώνουν με μεγάλη ένταση οι έφηβοι και οι εξαρτημένοι στη δυτική κοινωνία. Είναι οι άνθρωποι που δεν μπορούν να διακρίνουν άλλες αποχρώσεις και καταλαμβάνουν ακραίες θέσεις. Και σε τέτοιους πληθυσμούς το μαύρο θέατρο μπορεί να δουλέψει εξαιρετικά τέτοια θέματα.

      Το σκοτάδι του μαύρου θεάτρου δεν έχει να κάνει με τον μηδενισμό της αυτοκαταστροφής. Αντίθετα, γίνεται η βασική προϋπόθεση της δημιουργίας και της μετουσίωσης. Και η μετουσίωση ανήκει στις πιο εξελιγμένες μορφές άμυνας του ψυχισμού.

      Αυτά τα στοιχεία του μαύρου θεάτρου το κάνουν ένα εξαιρετικό μέσο για να δουλέψει κανείς με τους κάθε λογής καταραμένους λοιπόν. Κι αυτό γιατί είναι ένα μέσο που τους ασκεί έλξη. Μόνο που το μαύρο θέατρο παραμένει θέατρο, και μάλιστα έχοντας θεραπευτικό στόχο  επιτρέπει  μία ανάδυση, μία εμφάνιση, ενώ ταυτόχρονα κάθε ναρκισσιστικό πρόβλημα, τραύμα ή έλλειμα καλύπτεται και το υποκείμενο παραμένει προστατευμένο…

      Διαθέτουμε λοιπόν ένα είδος θεάτρου που είναι το αντίθετο από αυτό που έχουμε συνηθίσει να λέμε θέατρο. Το μαύρο θέατρο λειτουργεί σαν αρνητικό του φιλμ. Αποτελεί το αντίδοτο της κοινωνίας του θεάματος, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει ένα μοναδικό θέαμα χωρίς να απειλείται η εικόνα του σώματος. Το σώμα εξαφανίζεται αλλά παραμένει εκεί. Η εικόνα του μπορεί να ανακατασκευάζεται και να παρουσιάζεται όπως το υποκείμενο επιθυμεί, δουλεύοντας ταυτόχρονα τη ναρκισσιστική του προβληματική χωρίς να αιμορραγεί ψυχικά.  Από τη μια καλύπτει και από την άλλη παραμένει θέατρο. Και αυτό είναι που δίνει όλη του την μαγεία.

      Αυτή η μαγεία δεν είναι μόνο η σαγήνη που ασκεί στους όποιους ρομαντικούς και καταραμένους.

      Δεν έχουμε πολλές ευκαιρίες να μπούμε σε έναν κόσμο άλλων διαστάσεων. Είμαστε φτιαγμένοι να αντιλαμβανόμαστε τρισδιάστατα. Μόνο το μαύρο φόντο μας εισάγει στην δύο διαστάσεων αντίληψη.

      Καταλαβαίνουμε νωρίς ένα αυτιστικό παιδί γιατί δεν δείχνει με το δάκτυλο στη μητέρα ένα τρίτο αντικείμενο. Αυτό γίνεται γιατί το αντιληπτικό του πεδίο δεν επιτρέπει αυτή την τριγωνοποιημένη σχέση που εισάγει το βάθος πεδίου. Η αντίληψή του είναι θα λέγαμε δύο διαστάσεων και αυτό είναι που κάνει τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος εξαιρετικά διεισδυτικά και απειλητικά, εξαιρετικά έντονα αφού δεν υπάρχει απόσταση και η μόνη λύση είναι  να γίνει ο εαυτός κέλυφος.

      Κάπως έτσι λειτουργεί και η αντίληψη αυτού που έχει μπει σε ψυχωτική κατάσταση. Μην βρίσκοντας την σωστή απόσταση με τα αντικείμενα, αυτά διεισδύουν μέσα του κι έτσι αισθάνεται ότι ακούει τις σκέψεις των άλλων ή ότι ο άλλος διαβάζει την σκέψη του.

      Με το μαύρο θέατρο μπορούμε να επικοινωνήσουμε τόσο με τον αυτιστικό όσο και με τον ψυχωτικό στη γλώσσα τους. Το μέσο δηλαδή κτίζει μία αντιληπτική γέφυρα κατανόησης. Ιδιαίτερα με τον ψυχωτικό μπορούμε να μπούμε και στον κόσμο της ψευδαίσθησης του. Όπως είπαμε όμως, το μαύρο θέατρο δεν το προτείνω ως μία τεχνική που μπορεί να εφαρμοστεί εξαρχής με τον ψυχωτικό. Κι αυτό γιατί το σκοτάδι επιτρέπει την ανάδυση της φαντασίωσης πολύ περισσότερο από ό,τι το φως. Έχοντας όμως δομήσει μία καλή σχέση μαζί του, έχοντας δουλέψει με άλλα μέσα αρκετό καιρό, το μαύρο θέατρο μπορεί να απομυθοποιήσει την τόσο καταδιωκτική ψευδαίσθηση του και να την συμβολοποιήσει, αφού μπορεί να μετατρέψει το εσωτερικό απειλητικό αντικείμενο (την ψευδαίσθηση) σε ένα εξωτερικό αντικείμενο-την παράσταση και να γίνει κοινή εμπειρία με τον θεραπευτή αλλά και τα άλλα μέλη της ομάδας. Και όταν η ψευδαίσθηση γίνεται συλλογική, παύει να αποτελεί ψευδαίσθηση και γίνεται πραγματικότητα. Γιατί όπως λέει και ο Αινστάιν «Η πραγματικότητα είναι ψευδαίσθηση αλλά είναι επίμονη»…

         Η τρέλα παύει να είναι τρέλα όταν επικοινωνείται. Όταν δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια. Σε αυτή την περίπτωση ανήκει και η περίπτωση του σαμάνου άλλωστε. Όταν ο άλλος καταλαβαίνει τον ψυχωτικό, τότε η ένταση πέφτει, η αγωνία καταλαγιάζει, η ψευδαίσθηση υποχωρεί… φυσικά όχι από τη μια μέρα στην άλλη αλλά σταδιακά.

        Το μαύρο θέατρο είναι επίσης εξαιρετικό εργαλείο για να δουλέψει κανείς με τα θέματα της εικόνας, του ναρκισσισμού. Αλλά και διαφόρων μορφών κοινωνικής φοβίας. Επίσης είναι εξαιρετικό μέσο για την κατάθλιψη.

        Ο καταθλιμμένος που ζει ήδη στο σκοτάδι βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον. Μόνο που στις συνθήκες του τεχνητού σκοταδιού καλείται να δράσει, να δημιουργήσει, να αναδυθεί μέσα από την μετουσιωτική διαδικασία. Γιατί το μαύρο θέατρο δίνει εξαιρετικές δυνατότητες δημιουργικότητας. Μπορεί κανείς να κάνει στην κυριολεξία τα αδύνατα δυνατά. Να οραματιστεί. Η ιδέα γεννιέται στο σκοτάδι σαν τις λάμπες στα σκίτσα.

        Έτσι, το μαύρο του συγκεκριμένου θεάτρου αποκτά έναν τελετουργικό χαρακτήρα στην θεραπεία. Είναι μία έκ-πληξη, μία έκ-σταση, εισάγει σε μία ανοικεία κατάσταση όπου νέα πράγματα μπορούν να γεννηθούν. Η νέα δυνατότητα εμφανίζεται πάντα μακριά από την συνήθεια, την έξη και τον θόρυβο της καθημερινότητας. Όπως νέα πράγματα μπορεί να γεννηθούν όταν βλέπουμε ένα όνειρο που μας κάνει εντύπωση. Γιατί όπως το όνειρο γεννιέται στο μαύρο φόντο του ύπνου έτσι και το ασυνείδητο περιεχόμενο εμφανίζεται καλυμμένο μέσα στο φόντο του μαύρου θεάτρου. Και τα δύο περιεχόμενα εντυπώνονται και γενούν ερωτήματα που ζητούν λύσεις στο υποκείμενο. Το κινητοποιούν δηλαδή. Και επειδή πρόκειται για μορφή τέχνης, το συγκινούν κι όλας. Το μετακινούν σε μία νέα κατάσταση επεξεργασίας του ως εκείνη τη στιγμή απωθημένου υλικού και τα συμπτώματα ήδη  βρίσκονται καθοδόν προς την εξαφάνισή τους εφόσον βέβαια η όλη διαδικασία συνοδεύεται από ένα καλό κράτημα «holding».

       Και μιας και είναι ισημερία σήμερα, εύχομαι ίσες και εναλλασσόμενες ποσότητες φωτός και σκοταδιού, γιατί και τα δυο χρειαζόμαστε.

Σας ευχαριστώ πολύ!


Βιβλιογραφία

Casati R., 2004, “Η ανακάλυψη της σκιάς», Αθήνα: Εκδόσεις του 21ου.

Chouvier B., (Ed.),  1998, "Matière à symbolisation", Paris: Delachaux et Niestlé.

Γώγου Κ., 1978, "Τρία κλικ αριστερά", Αθήνα: Καστανιώτης.

Freud S., «L’inquétante etrangété et autres éssais”, Paris: Gallimard.

Martin K., (Ed.) 2010,  "The book of symbols", Köln: Taschen. 

Σταύρου Δ., 2012, “Επιδιορθώνοντας τον ραγισμένο καθρέφτη: Τα πλεονεκτήματα της δραματοθεραπευτικής μεθόδου στην αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας” Διάλεξη στο Ευρωπαϊκό συνέδριο δραματοθεραπείας και παιγνιοθεραπείας, το Νοέμβριο στην Αθήνα. Προσβάσιμο στον σύνδεσμο: http://drama-mediation.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html  

Σταύρου Δ., 2010, "Πολυδιαμεσολαβήσεις στην θεραπεία και στην επιμόρφωση: η ρήξη και ο συνδυασμός των μεθόδων για την παρέμβαση σε ομάδες", μέσα στο Υπερνεωτερικό υποκείμενο (Επιμ.) Κλ. Ναυρίδης  και Ν. Χρηστάκης, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Σταύρου Δ. 2010, «Έρωτας και θάνατος στη δραματοθεραπεία», Διάλεξη στο 2ο Πανελλήνιο συνέδριο Δραματοθεραπείας και Παιγνιοθεραπείας, Αθήνα: Χαροκόπειο πανεπιστήμιο 26-28 Νοεμβρίου.  


26 February 2013

Είμαστε όλοι καλλιτέχνες!



Πολλοί που έρχονται για δραματοθεραπεία για πρώτη φορά και που δεν είναι, όπως λένε, καλλιτέχνες, ανησυχούν για το αν μπορούν να σκολουθήσουν μία τέτοια μορφή θεραπείας που χαρακτηρίζεται από τη διαμεσολάβηση της τέχνης.

Κι όμως, όλοι έχουμε κάποια σχέση με την τέχνη. Άλλοι την έχουμε συνειδητοποιήσει κι άλλοι όχι.

Κάποιος κρατά ημερολόγιο ή γράφει (πεζά ή ποιήματα), γεγονότα που πιστοποιούν την καλή σχέση που έχει με τον γραπτό λόγο.

Άλλος τραγουδά. Είτε σε παρέα, είτε μόνος.

Κάποιοι χορεύουν κι αγαπούν την κίνηση.

Άλλοι είναι καλοί στις κατασκευές, είναι αυτοί που "πιάνουν τα χέρια τους"¨.

Κάποιοι αγαπούν το θέατρο και πηγαίνουν τακτικά ή έχουν συμμετάσχει κάποτε σε παραστάσεις του σχολείου ή αλλού.

Άλλοι, μιλώντας στο τηλέφωνο, μπορεί να έχουν ένα κομμάτι χαρτί και να το μουντζουρώνουν, να σχεδιάζουν ασυναίσθητα.

Κάποιος δεν αποχωρίζεται τη φωτογραφική του μηχανή από την τσάντα.

Και κάποιος άλλος αρέσκεται να διακοσμεί τον χώρο του, είναι καλός στον συνδυασμό χρωμάτων και υλικών. Είναι αυτός που "έχει γούστο".

Άλλος ξέρει να παίζει ένα όργανο, ή μπορεί να πιάνει εύκολα τον ρυθμό.

Υπάρχει πράγματι κάποιος που δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την τέχνη;
Από την εμπειρία μου, με σιγουριά πια υποστηρίζω ότι όλοι κρύβουμε έναν καλλιτέχνη μέσα μας, έναν καλλιτέχνη που στις περισσότερες περιπτώσεις καταπιέστηκε και δεν του έγινε επιτρεπτή η έκφραση.

Όλα τα παιδιά είναι καλλιτέχνες.
Σιγά σιγά το σχολείο και οι σύγχρονες εκπαιδευτικές απαιτήσεις στερούν τη δυνατότητα για καλλιτεχνικές αναζητήσεις, με εξαίρεση τις περιπτώσεις παιδιών που υποστηρίζονται από την οικογένεια-η οποία δεν θεωρεί την τέχνη πάρεργο.

Στη δραματοθεραπευτική δουλειά ξεκινούμε πάντα με τεχνικές που είναι οικείες και σιγά σιγά ανοιγόμαστε σε νέες εκφραστικές δυνατότητες.

Είναι εξαιρετικό να δει κανείς τα πρώτα σχέδια και να τα συγκρίνει με τα τελευταία ενός ανθρώπου που λέει ότι δεν ξέρει να ζωγραφίζει...

Τον πρώτο και τον τελευταίο θεατρικό αυτοσχεδιασμό αυτού που λέει ότι δεν ξέρει να παίζει θέατρο.

Τον πρώτο και τελευταίο χορό αυτού που λέει ότι δεν έχει καθόλου καλή σχέση με το σώμα....

Και οι αλλαγές αυτές δεν σχετίζονται με την ηλικία, αλλά με τη δυνατότητα που δίνει κανείς στον εαυτό του να δοκιμάσει νέες εκφραστικές οδούς σε ένα ασφαλές περιβάλλον, όπου κανείς δεν κρίνει και ο στόχος είναι η ψυχική ανάπτυξη και ανάταση.

Ποια τα οφέλη της αποκάλυψης του καλλιτέχνη που κρύβεται στον καθένα;

Το πρώτο και βασικότερο είναι ότι με το άνοιγμα των οδών έκφρασης, το υποκείμενο ελευθερώνεται και παύουν πολλά συμπτώματα που σχετίζονταν με την καταπιεσμένη έκφραση, όπως τα ψυχοσωματικά.

Το άλλο, εξίσου σημαντικό είναι ότι μέσα από την επαφή με την τέχνη, το κάθε υποκείμενο ενεργοποιείται στο σύνολό του. Έτσι, κάποιος που είναι στραμμένος μόνο στην επίλυση πρακτικών ζητημάτων υπολείπεται σε φαντασία. Και η περιορισμένη φαντασία τον εγκλωβίζει στο αναγκαίο και του απαγορεύει το ευχάριστο. Δεν τον αφήνει να κάνει σχέδια για το μέλλον, καθώς δεν είναι σε θέση να οραματιστεί. Δεν μπορεί να παίξει με τα παιδιά του. Η χαρά απουσιάζει από τη ζωή του που χαρακτηρίζεται από ρηχότητα. Το ίδιο και η σκέψη του. Μέσα από την επαφή με την τέχνη, η σκέψη αποκτά ευλυγισία, ασπίδα προστασίας από την κατάθλιψη και άλλες ψυχικές ασθένειες, ενώ η ζωή του αποκτά πλούτο.

Από την άλλη, τα πρακτικά θέματα που προκύπτουν κατά τη δραματοθεραπεία, αναγκάζουν κάποιον που είναι στραμμένος μόνο στη θεωρία και στο φαντασιακό, να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και να επινοήσει λύσεις σε πρακτικά προβλήματα. Αυτό που συμβαίνει μέσα στα πλαίσια της θεραπείας μεταφέρεται κι έξω. Έτσι, τα άτομα αυτά συνήθως έχουν πολλές ιδέες, οι οποίες τις περισσότερες φορές μένουν απραγματοποίητες καθώς δεν ξέρουν τη μέθοδο. Η πρακτική επίλυση των μικροπροβλημάτων στην δραματοθεραπεία, όπως το πώς μπορεί να στηριχθεί ένα σκηνικό που στήνεται εκείνη την ώρα, πώς θα πετύχει ο κατάλληλος φωτισμός της σκηνής, πώς θα παραχθεί ένα ρούχο από χαρτί κλπ γίνεται σταδιακά κτήμα του υποκειμένου.

Με όλα αυτά, αναπτύσσεται εξαιρετικά η αυτοεκτίμηση, η πίστη στον εαυτό που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε (κοινωνικό ή άλλο) εγχείρημα.

Δεν είναι λοιπόν στην τύχη που όλοι οι δραματοθεραπευτές υποστηρίζουμε ότι η δραματοθεραπεία κάνει δημιουργικό τον όποιον την επιλέξει.

13 February 2013

Τα πλεονεκτήματα της δραματοθεραπευτικής μεθόδου στην αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας υπό το πρίσμα της νευροψυχανάλυσης


 (Άρθρο βασισμένο στη διάλεξη: "Επιδιορθώνοντας τον ραγισμένο καθρέφτη: Τα πλεονεκτήματα της δραματοθεραπευτικής μεθόδου στην αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας" που παρουσιάστηκε στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Δραματοθεραπείας και Παιγνιοθεραπείας, το Νοέμβριο του 2012 στην Αθήνα). 




Η τρέλα  υψώνεται ως αντικαθρέπτισμα της φαντασίας. Το σύμβολο της τρέλας  θα είναι τούτος ο καθρέφτης που, δίχως να καθρεφτίζει τίποτα το πραγματικό αντανακλά για λογαριασμό του καθρεφτιζόμενου, τα όνειρα της ξιπασιάς του. Η τρέλα λίγη σχέση έχει με την αλήθεια του κόσμου, όμως έχει να κάνει με την αλήθεια του ανθρώπου, που τόσο καλά μπορεί και ξεδιακρίνει.
Michel Foucault 1964.


H πρόταση που περιέχει η παρουσίαση αυτή είναι η δραματοθεραπευτική αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας με βάση την σύνθεση των θεωριών της δραματοθεραπείας, της ψυχανάλυσης και των νευροεπιστημών.

Παρόλο που η σχιζοφρένεια έχει αποτελέσει το αντικείμενο χιλιάδων ερευνών μέσα στους τελευταίους αιώνες, σε μεγάλο βαθμό παραμένει άγνωστη, ιδιαίτερα ως προς την προέλευσή της.

Σύμφωνα με τους Lipska και  Weinberger (2000) υπάρχουν τρία γενικά μοντέλα αιτιολόγησης:
-Το γενετικό και σχετικό με κληρονομικότητα μοντέλο (π.χ. υποδοχείς νικοτίνης α-7 κλπ).
-Το νευροαναπτυξιακό μοντέλο (βλάβες π.χ. στον ιππόκαμπο, διακεκομμένη νευρογένεση π.χ. από ακτίνες Χ, πρώιμο στρες π.χ. από μητρική στέρηση, κοινωνική απομόνωση κλπ).
-Το φαρμακολογικό μοντέλο (π.χ. ψυχώσεις προερχόμενες από αμφεταμίνη κλπ.)

Το άγνωστο βρίσκεται πάντα στα όρια των επιστημών, εκεί ακριβώς όπου οι καθηγητές «τρώγονται μεταξύ τους»  επισημαίνει ο Γκαίτε. Ευτυχώς που στα πλαίσια της μετανεωτερικότητας  οι διαφορετικές οπτικές και επιστήμες  έχουν πάψει να εκφράζονται πολεμικά για την διεκδίκηση της αυθεντίας της αλήθειας.  Η  εποχή και η επιστήμη βρίσκονται σε μία συνεχή αλληλεπίδραση κι έτσι δεν μπορούμε να απαντήσουμε με σιγουριά αν η θεωρία της σχετικότητας προηγήθηκε της μετανεωτερικής σκέψης ή το αντίθετο.

Σήμερα ζούμε μία πρωτοφανή έκρηξη αποκαλύψεων που μας έρχονται από τις νευροεπιστήμες. Αν ο 20ος αι. υπήρξε ο αιώνας αποκωδικοποίησης του γονιδίου, ο 21ος φαίνεται να είναι ο αιώνας αποκωδικοποίησης του εγκεφάλου. Οι σύγχρονες νευροαπεικονίσεις αλλά και οι διαβεβαιώσεις από τους νευροεπιστήμονες της νευροπλαστικότητας του εγκεφάλου ανοίγουν τον διάλογο και τη συνεργασία διαφορετικών επιστημονικών πεδίων στην αντιμετώπιση της ψυχικής ασθένειας, οδηγούν σε συνθέσεις του κοινωνικού και της βιολογίας και αναδύονται ρεύματα όπως: κοινωνική νευροεπιστήμη (Adolphs, 2003) , νευροεπιστήμη του συναισθήματος (Panksepp, 1998), κοινωνιοφυσιολογία (Adler 2002, Gardner 1997).

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νέα διεπιστημονικά μορφώματα είναι αυτό της νευροψυχανάλυσης με κυριότερους εκπροσώπους τον Solms και το Νομπελίστα Kandel, που επιχειρεί να αποδείξει την αλήθεια της ψυχαναλυτικής θεωρίας βασιζόμενο στις νευροεπιστήμες.

Μας  δίνεται επιτέλους η ευκαιρία σε όσους ασχολούμαστε με την ψυχοθεραπεία να αποδείξουμε ακόμη και στους πιο δύσπιστους  εμπειριστές, ότι η ψυχοθεραπεία είναι μία διαδικασία που επιφέρει την αλλαγή όχι μόνο στο υποκειμενικό βίωμα του ασθενούς αλλά και στον εγκέφαλό του. Ταυτόχρονα, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο διερεύνησης των ψυχοθεραπευτικών μας εργαλείων.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο εγκέφαλος διαθέτει νευροπλαστικότητα κι ότι αυτή σχετίζεται με την εμπειρία και την κοινωνικοποίηση. Η  νευροπλαστικότητά είναι η δυνατότητα του εγκεφάλου  να αναδιοργανώνεται μέσα από μηχανισμούς όπως είναι ο θάνατος νευρώνων (απόπτωση) αλλά και η αναδόμηση ή δημιουργία νέων νευρωνικών συνδέσεων και ομάδων νευρώνων (μέσω των βιωμάτων, της μάθησης, των σχέσεων)  ακόμη και σε μεγάλη ηλικία. Είμαστε τόσο κοινωνικά καθορισμένοι, που ο ίδιος ο θάνατος των νευρώνων επέρχεται όταν παύουν να συνδέονται και να επικοινωνούν μεταξύ τους!

Η ψυχοθεραπεία είναι πρωτίστως μία σχέση. Δύναται ως τέτοια να προκαλέσει αλλαγές στον εγκέφαλο, όχι μόνο του ασθενούς, αλλά, θα τολμούσα να πω και του θεραπευτή. Αυτό συμβαίνει και στο δίδυμο μητέρας-βρέφους (Cozolino, 2009) οι αλλαγές δεν επέρχονται μόνο στον εγκέφαλο του μωρού αλλά και της μητέρας. Για το λόγο αυτό, πιστεύω ότι ιδιαίτερα στη θεραπεία δύσκολων ασθενών πρέπει ο θεραπευτής να διαθέτει τόσο τη γνώση, όσο και νά’χει ο ίδιος ολοκληρώσει τη δική του θεραπεία ώστε να είναι από τη μια ανθεκτικός αλλά ταυτόχρονα προσβάσιμος και να μην φοβάται την ψύχωση.

Πώς προσεγγίζουμε τον ψυχωσικό; Θά’λεγα ότι με βάση την παρανοϊδή-σχιζοειδή θέση της Κλάιν, όλοι έχουμε στην αρχή της ζωής την ψυχωσική εμπειρία. Αυτό το τόσο αρχαϊκό και χαμένο από την συνειδητή μνήμη βίωμα, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση της κατανόησης και ενσυναίσθησής μας προς τον ασθενή. Από την άλλη, θα στηριχτούμε στις «μη αυτιστικές νησίδες» (Alvarez, 1992)  του σχιζοφρενούς, γιατί πάντα υπάρχει μία νησίδα επικοινωνίας που πρέπει να ανακαλύψουμε. Μία από αυτές είναι η κατακλυσμιαία αγωνία του ψυχωσικού. Αποτελεί ένδειξη ότι έχει μία στοιχειώδη συνείδηση ότι κάτι δεν πάει καλά με την αντίληψή του. Δεν είναι απόλυτα χαμένος στον κόσμο των ψευδαισθήσεων του. Η αγωνία του είναι επίσης και η αιτία ενδυνάμωσης του κινήτρου του ίδιου του ψυχωσικού για θεραπεία.

Η σχιζοφρένεια βιώνεται από τους ίδιους τους πάσχοντες ως ένας ψυχικός θάνατος. Και με βάση την απαραίτητη προϋπόθεση της κοινωνικοποίησης για την επιβίωση μπορούμε ευκολότερα να καταλάβουμε αυτό το αίσθημα ψυχικού θανάτου που περιγράφει το ψυχωσικό υποκείμενο.

Ο σχιζοφρενής, κλείνει τη δίοδο επικοινωνίας με τον άλλο. Απομονώνεται στο κλειστό περίβλημα της ψύχωσης σα να βρίσκει εκεί ένα καταφύγιο από την απειλή που αισθάνεται μέσα στην διαπροσωπική σχέση. Για να γίνει αυτό επέρχεται ρήξη στο συμβολικό κι αυτό προκαλεί όλη την ψυχική κατάρρευση και απομόνωση. Κι ενώ το ασυνείδητο βρίσκεται στην επιφάνεια στον σχιζοφρενή (Freud, 1915), η σχιζοφρένεια μοιάζει με τη λίμνη του Ναρκίσσου που τον ρούφηξε στον πυθμένα της, εκεί στον χώρο του ασυνειδήτου και του σκότους.

H μεταφορά του καθρέφτη (που συνδέεται με το Νάρκισσο) στην τρέλα φαίνεται να προέρχεται από τη σημασία που έχει ο άλλος στη δόμηση της ταυτότητας. Το βλέμμα της μητέρας είναι αυτό που νοηματοδοτεί, δίνει περιεχόμενο και συγκροτεί το βλέμμα του παιδιού, σύμφωνα με τον (Winnicott 1957). Ο πρώτος άλλος είναι η μητέρα και ο πρώτος δεσμός μας μαζί της καθορίζει και τους άλλους (Bowlby).

 Έρευνες πάνω στον πρωταρχικό δεσμό των ψυχωτικών δείχνουν αυξημένα ποσοστά ανασφαλούς (κυρίως αποφευκτικού) τύπου δεσμού, σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό (Dozier,1990; Dozier, Stevenson, Lee, & Valliant, 1991)  και άρα ένα πρωταρχικό βίωμα με αυξημένο άγχος. Ωστόσο, δεν φαίνεται να συναντάμε αυτό το εύρημα σε κάθε περίπτωση σχιζοφρένειας. Eπίσης, οι Parker et al. (1982), Willinger et al. (2002) μιλούν για μνήμες ψυχωτικών που σχετίζονται με γονείς με χαμηλό συναισθηματικό αυτοέλεγχο και έντονες εκδηλώσεις, κάτι που επιβεβαιώνεται από την κλινική εμπειρία, αλλά δεν απαντιέται σε κάθε περίπτωση σχιζοφρένειας.

Από την άλλη, δεν έχει ακόμη ανιχνευτεί κάποιο γονίδιο υπεύθυνο για τη σχιζοφρένεια που να μπορεί να στηρίξει την υπόθεση της κληρονομικότητας. Έτσι, παρόλο που συναντάμε σε μεγαλύτερη συχνότητα ψυχωτικούς σε οικογένειες στις οποίες υπάρχουν κι άλλα μέλη με ψύχωση, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η επανάληψη στην ίδια οικογένεια μπορεί να οφείλεται και σε  ταύτιση κι  όχι κληρονομικότητα.

Αυτή η υπόθεση ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση σχιζοφρένειας ερχόμαστε σε επαφή με τραύματα που έχουν επέλθει από το περιβάλλον και αρνητικές διαπροσωπικές σχέσεις (Larkin and Morrisson 2006). Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα αύξησης σχιζοφρένειας σε περιπτώσεις αιμομιξίας ή παιδικής κακοποίησης. Επίσης, δεν πρέπει να αφήσουμε απ’ έξω τα ψυχωσικά συμπτώματα που αναπτύσσουν θύματα μετατραυματικού σοκ, όπως είναι οι περιπτώσεις στρατιωτών, θύματα βασανιστηρίων κλπ. τα οποία η επίσημη ψυχιατρική τα κατατάσσει στην διαταραχή μετατραυματικού στρες.

Ωστόσο, η σχιζοφρένεια ξεκινά στη συντριπτική της πλειοψηφία στη νεανική ηλικία (Το 60% από 15 ως 30 χρονών) και πλήττει εξίσου και τα δύο φύλα, με τις γυναίκες να την εμφανίζουν λίγο αργότερα από τους άντρες. Είναι η περίοδος που  ο εγκέφαλος ανασχηματίζεται, αναδομείται και ο στόχος του είναι να προγραμματιστεί προκειμένου το υποκείμενο να μπορέσει να συνδεθεί κοινωνικά με άλλο τρόπο, μέσω επαγγελματικών σχέσεων, σεξουαλικότητας κλπ. Στην ουσία είναι η ώρα της ολοκλήρωσης του προμετωπιαίου λοβού, του λοβού που είναι υπεύθυνος για την συγκρότηση και τη συνοχή. Η ασθένεια έρχεται και ανακάμπτει την αυτονομία του νέου, αναγκάζοντάς τον να παραμείνει για χρόνια υπό την προστασία της οικογένειας (κάτι που θα μπορούσαμε να δούμε και υπό το πρίσμα ενός δευτερογενούς οφέλους).

Από την κλινική εμπειρία με σχιζοφρενείς βλέπουμε ότι τραυματικά γεγονότα διαπροσωπικών σχέσεων ή κοινωνικής απομόνωσης εμφανίζονται πολύ συχνά στην εφηβεία, πριν το ξέσπασμα της νόσου. Γεγονότα που σχετίζονται με τη δημιουργία μίας κακής εικόνας εαυτού και ρήξης με ομάδες αναφοράς. Κι αφού ο εγκέφαλος χρειάζεται τη σχέση για να αναπτυχθεί, η κοινωνική απομόνωση της εφηβείας δύναται να ανακάμπτει την εξέλιξη του προμετωπιαίου λοβού.

Φαίνεται ότι ο ψυχισμός μας μπορεί να αντέξει ως ένα βαθμό τα εξωτερικά ή εσωτερικά ερεθίσματα. Από το σημείο αυτό και μετά παρατηρούμε ότι επέρχεται η σχάση. Πρωτόγονοι μηχανισμοί άμυνας επιστρατεύονται και κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα φαίνεται να εξηγούνται τα συμπτώματα και της ψύχωσης. Μην μπορώντας το υποκείμενο να αντέξει ψυχικά την ένταση ή το αναπάντεχο ενός ερεθίσματος φαίνεται να παλινδρομεί στο στάδιο του ναρκισσισμού, όπως είχε διαπιστώσει και ο Φρόυντ, αποσύροντας κάθε επένδυση από το εξωτερικό του περιβάλλον.

Η απόσυρση αυτή του ψυχωτικού ωστόσο φαίνεται να είναι μία αμυντική επιλογή. Ο ίδιος επιθυμεί διακαώς την επαφή με τον άλλο. Με τη διαφορά ότι αυτή η επαφή βιώνεται συγχωνευτικά, διεισδυτικά και ο ίδιος χάνεται μέσα στον άλλο. Αυτό το πρόβλημα  φαίνεται να σχετίζεται με την δυσλειτουργία του προμετωπιαίου λοβού και των νευρώνων καθρεφτών. Πρόκειται για το σύστημα που επιτρέπει την ενσυναίσθηση. Μπαίνοντας στη θέση του άλλου, κατανοεί κανείς τα συναισθήματά του. Ωστόσο, δεν χάνει τον εαυτό του μέσα στον άλλο. Εδώ, φαίνεται να υπάρχει ένας μηχανισμός αναστολής, που σταματά τη διάχυση με τον άλλο που στον ψυχωτικό όμως δεν λειτουργεί. Yπάρχουν ενδείξεις ότι αυτό οφείλεται σε μία αύξηση του μεγέθους της ραχιαίας κοιλίας του εγκεφάλου στην περίπτωση της ψύχωσης, που μοιάζει να είναι το κέντρο της λογοκρισίας και της απώθησης (Frieman-Hill et al. 2003, Hamker, 2003, Rousselet et al. 2004).

-Νόμιζα ότι είχα το νεφρό της νεφροπαθούς  γιαγιάς μου (Γ. 28 χρονών)

-Είχα τη σκέψη των γονιών μου (ο ίδιος)

-Μέθυσα ένα βράδυ. Η μητέρα μου με αποκάλεσε αλκοολικό κι από εκείνη τη στιγμή πιστεύω ότι είμαι... ( ο ίδιος)

- Ένα μεγάλο σημείο τριβής με τους γονείς μου ήταν το θέμα του ντυσίματός μου. Επέμεναν να ντύνομαι πιο κόσμια. Αρνιόμουν πεισματικά να φορέσω ρούχα που ήταν δώρα τους, αισθανόμουν ότι γινόμουν ένα με αυτούς. (Κ. 29 χρονών).

-Είχα συγκεντρώσει όλες τις άσχημες αισθήσεις και σκέψεις όλης μου της οικογένειας», λέει ο Γ. που έπασχε από τοξική σχιζοφρένεια (προερχόμενη από αμφεταμίνη-που προκαλεί αύξηση ντοπαμίνης) για το παραλήρημά του.

Το σίγουρο είναι ότι ο ψυχωτικός παλινδρομεί σε ένα αρχαϊκό προοιδιποδειακό στάδιο. Η παλινδρόμηση φαίνεται να στηρίζεται από πολλά σημεία. Ο σχιζοφρενής φαίνεται να λειτουργεί περισσότερο με το δεξί τμήμα του εγκεφάλου, το οποίο είναι το κέντρο των μη λεκτικών συναισθηματικών προσλήψεων και το οποίο υπερισχύει σε όλα τα βρέφη ως την ηλικία των δύο ετών που εμφανίζεται ο λόγος, στιγμή που η πρωτοκαθεδρία περνά στους περισσότερους στο αριστερό ημισφαίριο.

Αυτό φαίνεται από την αυξημένη ευαισθησία του ψυχωτικού στο να προσλαμβάνει τα σήματα του περιβάλλοντός του. Στην κλινική πρακτική, μου έχει κάνει εντύπωση ο βαθμός που οι ψυχωτικοί ασθενείς αντιλαμβάνονται την παραμικρή κίνηση μυών του προσώπου   ή διαβάζουν κινήσεις του σώματός μου, παρόλο που η δραματοθεραπευτική δουλειά μου εμπνέεται από την ψυχαναλυτική πρακτική και την καλοπροαίρετη ουδετερότητα. Επίσης, είναι πολύ εμφανές, στις αρχές της θεραπείας τους, το άγχος της επαφής.

Έρευνες δείχνουν πως όσοι έχουν υποστεί τραυματισμό σε προγενέστερη φάση διαβάζουν πιο γρήγορα τα σήματα που ο άλλος δίνει, όντας σε μία κατάσταση υπερδιέγερσης, από ό,τι τα άλλα υποκείμενα, αλλά ερμηνεύουν λάθος τις περισσότερες φορές αυτό που βλέπουν.  

Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν δύο δρόμοι που μπορεί να πάρει ένα συναισθηματικό ερέθισμα για να προκαλέσει αντίδραση (Le Doux 1996). Ο ένας είναι ο σύντομος  που βοηθάει στην επιβίωση όταν πρέπει  να αντιμετωπίσουμε άμεσα έναν κίνδυνο και είναι υποφλοιικός και πάει κατευθείαν από τον θάλαμο στην αμυγδαλή, ενώ ο δεύτερος είναι ο  έμμεσος και μακρύτερος φλοιικός δρόμος ο οποίος περνά μέσα από διαφορετικά φλοιικά σημεία για να καταλήξει στην αμυγδαλή.  Ο δεύτερος δρόμος, αν και είναι πιο αργός, είναι αυτός που επιτρέπει την εκτίμηση της κατάστασης (φλοιός) και καθορίζει την αντίδραση του φόβου (αμυγδαλή).

Καθώς ο εγκέφαλος του σχιζοφρενή φαίνεται να έχει προβλήματα στο επίπεδο του φλοιού (μετωπιαίου και βρεγματικού), αυτή η φάση της εκτίμησης φαίνεται να μην γίνεται και λειτουργεί πάντα όντας σε συναγερμό. Εξού και η κατακλυσμιαία αγωνία του. Η πρωτοκαθεδρία του δεξιού ημισφαιρίου, η μη συμμετοχή της περιοχής Broca υπεύθυνης για την παραγωγή λόγου και η διαταραχή στο επίπεδο του φλοιού φαίνεται να του στερούν τη δυνατότητα συμβολοποίησης, λογικής επεξεργασίας και μεταβολισμού. Πλήττονται δηλαδή οι περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για τις δευτερογενείς διεργασίες.

Η σχάση, το βασικότερο χαρακτηριστικό της σχιζοφρένειας από την οποία πήρε και το όνομά της το 1911 από τον Bleuler, αφορά σε  όλα τα επίπεδα (μνήμη, ταυτότητα, σχήμα του σώματος, σκέψη, λόγος)... Όλα αυτά είναι η αιτία της παρανόησης, της δημιουργίας μίας αντίληψης της πραγματικότητας που διαθέτει μόνο ο ίδιος. Σαν τη Λάουρα, την ηρωίδα του «Γυάλινου κόσμου» του Τ. Γουίλιαμς (που είναι ένας ρόλος μεταφορά  της ψυχωτικής αδελφής του συγγραφέα, Ρόουζ), ο ψυχωτικός κλείνεται στον δικό του γυάλινο κόσμο έχοντας κάνει μία μεγάλη ρήξη με τον πραγματικό.

-Καλημέρα σας... ήρθα...επειδή...είμαι...σε...κατάθλιψη...τα...τελευταία...τρία...χρόνια (διάρκεια άρθρωσης της παραπάνω πρότασης: 35 λεπτά περίπου).

Ο λόγος του Κ. 26 ετών, στο πρώτο ραντεβού,  είναι κατακερματισμένος και απαιτεί  υπομονή για να μπορέσει να αρθρωθεί η πρόταση που περικλείει το αίτημά του για θεραπεία.

Οι Rauch κ.ά. (1996) βρήκαν ότι  όταν υπάρχει μία μεγάλη διέγερση μειώνεται η ενεργοποίηση στην περιοχή Broca που είναι υπεύθυνη για τη γλωσσική παραγωγή. Όπως στη διαταραχή του μετατραυματικού στρες, η σχάση έχει να κάνει με την απώλεια  γνωστικής ευελιξίας που υποβοηθιέται από την συνειδητότητα και τη γλώσσα (Cosolino 2009).

Ένα κέντρο του εγκεφάλου που ακόμη διερευνάται αλλά φαίνεται να σχετίζεται με την σχάση  είναι η νήσος. Η νήσος είναι μία περιοχή στον φλοιό που συνδέει πολλές περιοχές του φλοιού με το μεταιχμιακό σύστημα. Eπεξεργάζεται και ενοποιεί τα δεδομένα του εξωτερικού αισθητηριακού ερεθίσματος με το μεταιχμιακό σύστημα και οδηγεί στη συνειδητότητα του σώματος (Willie, Tregellas 2010).

Η σωματική αντίληψη είναι η βασικότερη από όλες τις άλλες για την αντίληψη του εαυτού (Damazio 2003) αλλά και της πραγματικότητας. Φαίνεται ότι το δέρμα είναι η επέκταση του εγκεφάλου. Τόσο ο Φρόυντ όσο και σύγχρονοι ψυχαναλυτές υποστηρίζουν ότι η αναπαράσταση διαμεσολαβείται από την αντίληψη και αυτή από τις αισθήσεις, άρα η αναπαράσταση είναι κατά βάση αντιληπτική (Roussillon 2009).

-Η σχέση με το σώμα μου είχε χαλάσει κατά την περίοδο της κρίσης.

-Αισθανόμουν ότι μέλη του σώματός μου μεγάλωναν.

 Ωστόσο, το παραλήρημα και η ψυχωτική ψευδαίσθηση, (τα λεγόμενα «θετικά συμπτώματα» της σχιζοφρένειας) διαθέτουν νόημα, ανάλογο με το όνειρο και δω έγκειται η μεγάλη συμβολή της ψυχανάλυσης στην κατανόηση τέτοιου ψυχικού υλικού.  

Όμως,  παρόλο που η ψυχανάλυση μπορεί να μας οδηγήσει στο νόημα και να βοηθήσει στη δημιουργία ενός σταθερού και ασφαλούς πλαισίου ψυχοθεραπείας, πιστεύω ότι δεν αρκεί για τη θεραπεία του σχιζοφρενούς γιατί στηρίζεται στο λόγο και ο λόγος του ψυχωτικού είναι διαταραγμένος και ρηχός. Η αποσυμβολοποίηση που έχει συμβεί από τη μη συνεργασία των δύο ημισφαιρίων και τις νευροανατομικές διαταραχές δεν του επιτρέπει τον ελεύθερο συνειρμό. Οι γνωστικές λειτουργίες επηρεάζονται και από άλλα σημεία του εγκεφάλου, όπως είναι ο ιππόκαμπος.

Η διαταραχή του ιπποκάμπου (που σχετίζεται με την αυξημένη ύπαρξη ντοπαμίνης) φέρει διαταραχές στη μνήμη αλλά και στην αντίληψη του χώρου.

-Βρισκόμουν σε ένα δωμάτιο, αλλά δεν γνώριζα πώς έφτασα ως εκεί.

Με βάση όλες αυτές τις ιδιαιτερότητες στον εγκέφαλο του σχιζοφρενούς, δεν είναι τυχαίο που επικράτησε η φαρμακοθεραπεία όλα αυτά τα χρόνια που αγνοούνταν η νευροπλαστική ικανότητα του εγκεφάλου. Ακόμη όμως και σ’ αυτή την αντίληψη, ο συνδυασμός φαρμακοθεραπείας και ψυχοθεραπείας έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικός ως προς την λειτουργικότητα του ασθενούς.

Τα αποτελέσματα των αντιψυχωτικών φαρμάκων είναι πράγματι εντυπωσιακά και εμφανή, καθώς εξαφανίζουν τα «θετικά συμπτώματα» της ψύχωσης, δηλαδή το παραλήρημα και τις ψευδαισθήσεις.

Ωστόσο υπάρχουν πολλές επιφυλάξεις ως προς την επήρεια που έχουν στα «αρνητικά συμπτώματα» της σχιζοφρένειας, δηλαδή στη μείωση των γνωστικών ικανοτήτων του ασθενούς. Ωστόσο, η τελευταία γενιά φαρμάκων φαίνεται να μην επιδεινώνουν τις γνωστικές λειτουργίες του ασθενούς.

Συγκριτικές έρευνες που έχουν γίνει στα πλαίσια της Διεθνούς Μελέτης της σχιζοφρένειας (ISoS) του Παγκόσμιου οργανισμού Υγείας, ωστόσο, δείχνουν ότι σε χώρες που υπάρχει έλλειψη αντιψυχωτικών φαρμάκων, οι χρόνιες ψυχώσεις είναι πολύ σπανιότερες από ό,τι στον δυτικό κόσμο (Hopper and Wanderling 2000). Με βάση αυτά τα στοιχεία, καταλαβαίνουμε ότι η αντιψυχωτική αγωγή ενδέχεται να διαμορφώνει ένα βιοχημικό περιβάλλον στον οργανισμό που να δυσκολεύει την επιστροφή στην προγενέστερη μη-ψυχωτική κατάσταση.

Ο νευροεπιστήμονας Michael Merzenich είναι από τους πρώτους που κατάλαβαν την νευροπλαστική ικανότητα του εγκεφάλου εδώ και τρεις δεκαετίες. Εκείνη την εποχή υποστήριξε ότι η εξάσκηση του εγκεφάλου με ασκήσεις-τεχνικές  είναι σε θέση να παράξει τα ίδια αποτελέσματα με αυτά που προκαλούν τα αντιψυχωτικά φάρμακα. Επίσης, υποστήριξε, κάτι που σήμερα επιβεβαιώνεται, ότι η νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου υπάρχει κατά τη διάρκεια όλης της ζωής, άρα οι αλλαγές μπορούν να συμβούν σε κάθε ηλικία.

Το σύγχρονο ρεύμα που επίσης κερδίζει έδαφος κι έχει χαρακτηριστικά κινήματος, είναι το Κίνημα «Ακούγοντας φωνές» («Hearing voices») που ξεκίνησε από το Marius Romme και τη Sandra Escher στην Ολλανδία και εφαρμόζεται κυρίως στις Σκανδιναβικές χώρες. Πρόκειται για μία θεραπευτική προσέγγιση που δίνει έμφαση στο κοινωνικό περιβάλλον του ψυχωτικού με διεπιστημονική μεγάλη ομάδα, αλλά το σχήμα αυτό θεραπείας είναι οικονομικά πολύ δαπανηρό και δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε χώρες με μειωμένα κονδύλια για την υγεία.

Εντυπωσιακή και πολύ χρήσιμη στην παγκόσμια κοινότητα που ασχολείται με το θέμα της σχιζοφρένειας είναι η ερευνητική δουλειά του Graham Murray, στις Η.Π.Α. Ο Murray και η ομάδα του χρησιμοποιούν τις λειτουργικές νευροαπεικονίσεις του εγκεφάλου (fMRI) για να αποκωδικοποιήσουν τον τρόπο εγκεφαλικής λειτουργίας του σχιζοφρενούς και ποιες περιοχές εμπλέκονται στην παραγωγή συμπτωμάτων.

Με βάση τις νευροαπεικονίσεις και την αποκωδικοποίηση της εγκεφαλικής λειτουργίας, όχι μόνο στην ψύχωση, αλλά σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να σχεδιάσουμε μία δραματοθεραπευτική παρέμβαση εξατομικευμένη, με τεχνικές-ασκήσεις που έχουν ως στόχο τη δημιουργία νέων νευρωνικών συνδέσεων αλλά και την ενεργοποίηση εγκεφαλικών περιοχών που έχουν λιγότερο ή περισσότερο αδρανοποιηθεί. Ωστόσο, απαιτούνται πολλές ακόμη στοχευμένες έρευνες σε κάθε πληθυσμό.

Για το λόγο αυτό, κι όχι μόνο για τους δραματοθεραπευτές, αλλά για κάθε ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, θα είναι χρήσιμο να δίνεται από την πολιτεία η ευκαιρία σε κάθε πολίτη που αντιμετωπίζει ένα ψυχικό πρόβλημα να μπορεί μέσω του ταμείου του να έχει πρόσβαση σε ακτινολογικές τέτοιες υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, χρειάζεται μία καλή εξειδίκευση στους ακτινολόγους πάνω στις λειτουργικές νευροαπεικονίσεις (fMRI) καθώς και σύγχρονα μηχανήματα.

Μία τέτοια διεπιστημονική συνεργασία μπορεί να φέρει εξαιρετικά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση προβλημάτων όπως είναι η ψύχωση, αλλά και σε νευροεκφυλιστικές ασθένειες όπως είναι η άνοια, το Alzheimer κ.λ.π.

Παρόλη την έλλειψη των παραπάνω στοιχείων, και βάση μόνο της κλινικής εμπειρίας και της αλήθειας των περιστατικών και του λόγου του κάθε ασθενούς,  έχουμε δει ότι το ψυχαναλυτικό μοντέλο της δραματοθεραπείας έχει καταφέρει να φτάσει στην εξάλειψη των ψυχωτικών συμπτωμάτων και στην πλήρη επανακοινωνικοποίηση όσων ψυχωτικών ασθενών έχουν ακολουθήσει αυτή τη θεραπευτική διαδικασία.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η δραματοθεραπευτική προσέγγιση έχει εφαρμοστεί σε συνδυασμό με τη φαρμακοθεραπεία, η οποία σταδιακά ελαττώνεται έως την πλήρη παύση της. Ωστόσο, έχουν υπάρξει περιστατικά, που δεν επιθυμούσαν να λάβουν φαρμακευτική αγωγή και όντας κάθετοι προς αυτή την απόφαση δουλέψαμε μόνο δραματοθεραπευτικά. Αυτές οι συγκεκριμένες περιπτώσεις ασθενών που κατέφτασαν στο γραφείο μου, είναι ωστόσο ανθρώπων που είχαν μόλις ανοίξει ψυχωτικό επεισόδιο και δεν είχαν χρόνια συμπτώματα ψύχωσης. Εδώ, η εξαφάνιση των θετικών συμπτωμάτων γίνεται αρκετά γρήγορα, τα αρνητικά συμπτώματα δεν έχουν παγιωθεί και η επαναφορά έχει πολύ καλή πρόγνωση και δεν αργεί.

Πώς δουλεύει όμως η δραματοθεραπεία στον ψυχωτικό ασθενή; Πώς και έχουμε τόσο θετικά αποτελέσματα;

Η δραματοθεραπεία μοιάζει να λειτουργεί ως μέθοδος-σύνδεσμος. Ξεκινάμε να δουλεύουμε με το υγιές τμήμα του ψυχωτικού και σιγά σιγά αυτό εξαπλώνεται. Είναι σε θέση να θεραπεύσει τη σχιζοφρένεια και το γεγονός αυτό πιστοποιείται από τις επιτυχείς δραματοθεραπευτικές παρεμβάσεις σε περιπτώσεις ψυχωτικών με χρόνια συμπτώματα, οι οποίοι κατάφεραν να φτάσουν στο τέλος της φαρμακευτικής αγωγής και να ζουν φυσιολογικά.

 Ας δούμε το γιατί:

1)     H δραματοθεραπεία αγγίζει καλύτερα την προοιδιπόδεια παλινδρόμηση του ψυχωτικού από τις θεραπείες λόγου που απαιτούν ωριμότερη ψυχική οργάνωση.

2)     Το δεξί ημισφαίριο, το οποίο φαίνεται να υπερισχύει στην ψύχωση αλλά και στη βρεφική ηλικία, εκφράζεται μέσα από τη δραματοθεραπεία περισσότερο από ό,τι σε θεραπείες μέσω λόγου (όπου υπερισχύει το αριστερό). Ταυτόχρονα, μέσα από τη διαδικασία του λόγου αναπτύσσεται και το αριστερό. Η δράση γίνεται μοχλός αφήγησης (επιδρά έτσι πάνω στον λόγο).

3)     H δραματοθεραπεία είναι πολυαισθητηριακή μέθοδος. Εμπλέκει όλο το σώμα και τις αισθήσεις. Η αλλαγή έρχεται και από  την περιφέρεια, από τις αισθήσεις, προς τον εγκέφαλο, (bottom-up). Το δέρμα φαίνεται να είναι η συνέχεια του εγκεφάλου. Ο εγκέφαλος δεν θα λειτουργούσε χωρίς το σώμα και το σώμα χωρίς τον εγκέφαλο. Είναι χαρακτηριστική η δουλειά της Gisella Pankov πάνω στη σημασία του σώματος στη δουλειά που έκανε με αυτιστικό πληθυσμό.

4)     Δουλεύουμε  την επικοινωνία μέσω  της διατροπικότητας (comodalité) (βλ. Stern). Αυτό σημαίνει ότι ανοίγει ο δρόμος για εμπλουτισμό της εκφραστικότητας, άρα βελτιστοποίηση της επικοινωνίας, αλλά και ενοποίησης του κομματιασμένου σώματος.

5)     Η δράση ενέχει αρχή, μέση και τέλος (Το σώμα του έργου δεν είναι κομματιασμένο).

6)     Η δράση, όντας συμβολική στα πλαίσια της δραματοθεραπείας, ενέχει πάντα νόημα που αποκαλύπτεται.

7)     Ο άλλος (θεραπευτής) διαμεσολαβείται μέσω του έργου και γίνεται λιγότερο απειλητικός, προσβάσιμος και έτσι επιτρέπεται η διυποκειμενικότητα. Η συγχωνευτική (ή διεισδυτική) σχέση με τον άλλο αποφεύγεται καθώς δημιουργείται ένα τρίγωνο (εγώ, το έργο, ο άλλος) που λειτουργεί δομικά όπως το οιδιπόδειο. Με το έργο είναι σαν να εισάγεται ο πατρικός νόμος (έχει διάρκεια, ενότητα, κανόνες). Μοιάζει να εξελίσσεται ο ψυχωτικός στο στάδιο που το παιδί  δείχνει με τον δείκτη ένα τρίτο αντικείμενο στη μητέρα, ένα στάδιο που δεν το συναντάμε στον αυτισμό (που είναι τόσο κοντά στην ψύχωση). Η  αντίληψη γίνεται τρισδιάστατη, αποκτά βάθος και με το βάθος δημιουργείται η απόσταση ασφαλείας για τη μη συγχώνευση με τον θεραπευτή. Το έργο του Piaget για την ανάπτυξη της γεωμετρικής αντίληψης στο παιδί μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση του μηχανισμού. (La representation de lespace chez lenfant  1947).

8)     Η σωματική επαφή με τους άλλους (στην περίπτωση της ομάδας) επιτρέπει τον επανακαθορισμό των ορίων του σώματος και τη αναδόμηση της ταυτότητας μέσα από την διάκρισή της από την ετερότητα.

9)     Η δουλειά με διαφορετικές μορφές  ζωτικότητας (Stern 2010) (ρυθμός, ένταση, κίνηση, προσωδία, στάση του σώματος, έκφραση προσώπου κ.ά.) με στόχο την αλλαγή  της υπό ή υπέρ τονικότητας του σχιζοφρενή και την ανάπτυξη αυτοελέγχου.

10) Η ίδια η μεταφορά έχει συχνά ως βάση τη σωματική εμπειρία (Johnson-Lakoff 1987). Η σύνδεση του σωματικού βιώματος με τη γλώσσα, οδηγεί στην ενεργοποίηση και του αριστερού ημισφαιρίου ιδιαίτερα των περιοχών Broca και Wernicke (που είναι υπεύθυνες για την παραγωγή αλλά και κατανόηση του λόγου).

11) Το σημασιολογικό πεδίο αυξάνεται στη δραματοθεραπεία (λέξη, δράση,  εκδραματίσεις). Αυτό δεν αφορά μόνο στη δουλειά με τον ψυχωτικό αλλά γενικότερα. Η παραγωγή νοήματος διευκολύνεται καθώς πολλά μέσα εμπεριέχονται στην θεραπευτική διαδικασία και συμπληρώνουν το παζλ της κατανόησης του εαυτού.

12) Τα σύμβολα, μέσα από την πολυσημία τους, μπορούν να προσφερθούν στην αντίληψη διαφορετικών όψεων της πραγματικότητας, χωρίς φόβο. Είναι χαρακτηριστική η απουσία αυτοπεποίθησης του ψυχωτικού ασθενούς. Έχοντας περιθωριοποιηθεί από το σύνολο, έχει την τάση να αποφεύγει κάθε απομάκρυνση από την επικρατούσα αντίληψη. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη και διακατέχεται από περισσότερες αναπαραστάσεις από μία. Μέσα από τη δουλειά με τα σύμβολα, ο ψυχωτικός παύει να φοβάται την απομάκρυνση από την πλειοψηφούσα αντίληψη και χωρίς ωστόσο να την παραβλέψει, μπορεί να προσθέσει κι άλλες αναπαραστάσεις.

13) Καθώς πάσχει η λειτουργία της ενσυναίσθησης, το όριο της σκηνής είναι αυτό που προστατεύει από την σύντηξη με τον άλλο. Ως θεατής ο σχιζοφρενής μαθαίνει να συναισθάνεται αυτόν που παίζει στη σκηνή χωρίς να χάνεται.  Εδώ δουλεύουμε  με στόχο την ενεργοποίηση και ανάπτυξη της νευρωνικής διασύνδεσης του  προμετωπιαίου λοβού (ιδιαίτερα τους νευρώνες-καθρέφτες).

14) Όπως το όνειρο, η ψευδαίσθηση ή το παραλήρημα ενώνουν στοιχεία από διαφορετικά σημεία του εγκεφάλου, έτσι και το δράμα. Η διαφορά είναι ότι δεν υπάρχει ναρκισσιστική επένδυση αφού το δράμα κοινωνείται και με άλλους. Η φαντασία βγαίνει από το ασφυκτικό ναρκισσιστικό περίβλημα και γίνεται απαραίτητο στοιχείο καλλιτεχνικής παραγωγής.

15) Η ανάγκη επίλυσης πρακτικών προβλημάτων κατά τη δραματοποίηση αλλά και σε άλλες τεχνικές έχει ως συνέπεια την ενεργοποίηση του αριστερού ημισφαιρίου.

16) Η αυτοεκτίμηση ενώ συνήθως πλήττεται από τη φαρμακοθεραπεία, που συνήθως επιφέρει το αίσθημα μη ελέγχου του σώματος, βελτιώνεται στη δραματοθεραπεία καθώς υπάρχει η αίσθηση ενός σώματος που ζωντανεύει και επανακατοικείται.

17)  «Η τελετουργία, μέσα από τη χρήση συμβόλων της ανωμαλίας, μπορεί να ενσωματώσει το κακό και το θάνατο μαζί με τη ζωή και την καλοσύνη, σε ενιαίο, μεγάλο, ενοποιητικό πρότυπο». (Douglas). Η τελετουργία είναι μία βασική τεχνική της δραματοθεραπείας.  Πρώτα χρησιμοποιήθηκε από τον Mitchell στη δουλειά του με ψυχωτικούς  ο οποίος, όπως και η Douglas, πίστευε ότι μέσα από την τελετουργία γινόταν αναδόμηση και ενσωμάτωση του συναισθηματικού υλικού μέσα από μία δημιουργική διαδικασία.

18) H δραματοθεραπεία είναι η μέθοδος που ενεργοποιεί αυτό που λένε οι Donnet & Green (1973), Roussillon (1991), την «αναπαράσταση της αναπαράστασης», ή τον αναστοχασμό. Και η αναπαράσταση για τον Roussillon προέρχεται πάντα από τη σωματική εμπειρία.

19) Το θέατρο είναι ίσως η πιο κοινωνική τέχνη. Η επικοινωνία επιτελείται σε πολλά επίπεδα. Αυτός που υποδύεται ένα ρόλο καλείται να επικοινωνήσει με τον συγγραφέα, τον σκηνοθέτη, τους άλλους ηθοποιούς στη σκηνή, με το κοινό, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό, αφού ο ρόλος είναι ένας άλλος. Ίσως για το λόγο αυτό δεν συναντιέται συχνά η ψύχωση σε ηθοποιούς, αν κάνουμε τη σύγκριση με τη συχνότητα ψυχώσεων σε άλλες τέχνες όπως είναι η ζωγραφική και η μουσική. Αυτό συμβαίνει γιατί το ίδιο το θέατρο ενέχει αυτό το παράδοξο. Από τη μια είναι μία η εμφάνιση και έκθεση πάνω στη σκηνή εισάγει μία ναρκισσιστική πρόκληση ένα ρίσκο για το ναρκισσισμό, από την άλλη η σκηνή θέτει το υποκείμενο αναγκαστικά προς τον άλλο (θεατή, λοιπούς συντελεστές της αναπαράστασης) με στόχο την επικοινωνία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της δραματοθεραπείας-περφόρμανς, μίας μορφής δραματοθεραπευτικής παρέμβασης σε σχιζοφρενείς που όλη η περφόρμανς στηρίζεται στο προσωπικό υλικό των ασθενών, μετουσιώνεται και παίζεται μπροστά σε κοινό (Yiotis 2002).

Το ψυχαναλυτικό μοντέλο δραματοθεραπείας, εισάγει πέρα από τον στόχο της ανεύρεσης, ή συγκατασκευής νοήματος,  και ένα πολύ σταθερό και ασφαλές πλαίσιο που τόσο χρειάζεται ο ψυχωτικός ασθενής.  Το χρειάζεται γιατί στην ψύχωση έχει χάσει τα δικά του όρια. Χάνοντας τα όρια του σώματος, η ταυτότητα φαίνεται σα να διαχέεται. Η οριοθέτηση στο ψυχαναλυτικό πλαίσιο της δραματοθεραπείας προσφέρει ένα καλό περιέχον που βοηθάει στην αναδόμηση της ταυτότητας.

«-Με βοήθησε πολύ το ότι το πλαίσιο ήταν τόσο ασφαλές»

«-Κομβικό σημείο στην θεραπεία μου ήταν  η πρώτη φορά που με άγγιξε ένα μέλος στην ομάδα».

«Οι δράσεις με βοηθούν πολύ να καταλάβω τι μου συμβαίνει».

Τα παραπάνω λόγια του Κ. είναι παρμένα μέσα σε διαφορετικές συνεδρίες. Βλέπουμε όχι μόνο το πώς ο ίδιος βιώνει την θεραπευτική παρέμβαση, αλλά και πόσο ικανός είναι πια στον αναστοχασμό.

Ως φόρο τιμής στον μελετητή της "Ιστορίας της τρέλας" Michel Foucault για την διαίσθησή του ότι το θέατρο είναι η καταλληλότερη θεραπεία της ψύχωσης, κλείνω το άρθρο αυτό, αφιερώνοντας του τον πρόλογο και τον επίλογο: 

« Η θεατρική αναπαράσταση φαινομενικά τουλάχιστον πρόκειται για μία τεχνική ολωσδιόλου αντίθετη μ’ εκείνην του ξυπνήματος. Τότε, αντιμέτωπο το παραλήρημα και στη ζωηρή αμεσότητά του, ερχόταν το υπομονετικό έργο της λογικής. Είτε σαν μια μακρόπνοη παιδαγωγική μέθοδος, είτε σαν αιφνίδια εισβολή, η λογική επιβαλλόταν από μόνη της και, κατά κάποιο τρόπο, στηριγμένη μονάχα στο δικό της βάρος. Το μη-είναι τη τρέλας και η κενότητα της πλάνης θα έπρεπε τελικά να υποχωρήσουν μπροστά σε τέτοια πίεση της αλήθειας. Εδώ η  θεραπευτική επιχείρηση διαδραματίζεται ολότελα μέσα στο χώρο της φαντασίας και το μη-πραγματικό συμμαχεί με τον εαυτό του. Το φανταστικό θα πρέπει κι αυτό να μπει στο παιχνίδι του πραγματικού, να γεννήσει πρόθυμα νέες εικόνες να παραληρήσει κι αυτό μέσα στο παραλήρημα και, δίχως να αντιτεθεί ή να αντιπαραταχθεί, δίχως καν μια ορατή διαλεκτική σχέση, ολότελα παράδοξα, να θεραπεύσει...».


Βιβλιογραφία


Bαρτζόπουλος Ι.,  Στυλιανίδης Στ., (Eπιμ.) (2008), Ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία της σχιζοφρένειας, Αθήνα: Καστανιώτης.
Bateson G.,  Jackson D., Haley J.,Weakland J.H., (1980), Vers une theorie de la schizophrenie, in Bateson G. Ed., Vers une ecologie de l’esprit, Paris: Le seuil.
Benoit J.C., Malarewicz J-A., Beaujean J., Colas Y., Kannas S., (1988) Dictionnaire clinique des therapies familiales systemiques., Paris : E.S.F.
Berry, K., Band, R., Corcoran, R., Barrowclough, C. & Wearden, A. (2007). Attachment styles, interpersonal relationships and schizotypy in a non-clinical sample. Psychology and Psychotherapy, 80, 563-576.
Berry, K., Barrowclough, C. & Wearden, A. (2008). Attachment theory: A framework for understanding symptoms and interpersonal relationships in psychosis. Behaviour Research and Therapy, 46, 1275-1282.
Berthoz A., Jorland A., (2004), L’empathie, Paris: Odile Jacob.
Bowlby J. (1988), A secure base, Oxon: Routledge.
Chabrol H., Callahan S., (2004), Mécanismes de défense et coping, Paris : Dunod.
Cozolino L., (2006), The neuroscience of human relationships, New York-London: W.W. Norton & Company.
Damasio, A.  R., (2003). Looking for Spinoza: Joy, Sorrow, and the Feeling Brain, Harcourt, Inc., Orlando, FL.
David A., Kapur S., McGuffin P., (Eds.), (2011), Schizophrenia The final Frontier: A Festschrift for Robin M. Murray, Hove and New York: Psychology Press Taylor & Francis Group.
Douglas M, (2004), Καθαρότητα και κίνδυνος: Κοσμική μίανση, στο  Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Eπιμ. Δ. Μακρυνιώτη, Αθήνα: Νήσος.
Dozier, M. (1990). Attachment organisation and treatment use for adults with serious psychopathological disorders. Development and Psychotherapy, 2, 47–60.
Dozier, M., Stevenson, A. L., Lee, S. W., & Velligan, D. I. (1991). Attachment organization and familial overinvolvement for adults with serious psychopathological disorders. Development and Psychopathology, 3, 475–489.
Διαγνωστικά κριτήρια DSM-IV, Iατρικές εκδόσεις Λίτσας.
Foucault M. (1964) L’histoire de la folie a l’âge classique, Paris: Gallimard.
Freud S., «The unconscious », Standard Edition, 1915, t. 14.
Gazzaniga, M., 2008, Άνθρωπος: Η επιστήμη πίσω από όσα μας κάνουν μοναδικούς, Αθήνα: Κάτοπτρο.
Jennings, S., 2011, Healthy attachments and neuro-dramatic play, London and Philadelphia: Jessica Kingsley Publishers.
Kandel, E., Schvartz J., Jessel, T., 2011, Nευροεπιστήμη και συμπεριφορά, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.
Korey, W., Tregellas, J., 2010, The role of the insula in schizophrenia, in Schizophrenia Research, Nov. 1.
Lakoff G., Johnson M., (1980), Metaphors we live by, Chicago: University of Chicago.
Laplanche J., Pontalis J.B., (1967), Vocabulaire de la psychanalyse, Paris: P.U.F.
Larkin, W.,  Morrison, A. P. (2006),  Understanding Trauma and Psychosis. Hove: Brunner-Routledge.
Le Doux, J., (1996), The emotional brain: The mysterious underpinnings of emotional life, New York: Simon & Schuster.
Lipska, B. J., Weinberger, D.R. (2000), To model a psychiatric disorder in animals: Schizophrenia as a reality test, Neuropsychopharmacology, 23,223-239.
Μακρυνιώτη Δ., (2004), Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Αθήνα: Νήσος.
ΜcFarlane, WR (1983), Family therapy in schizophrenia, New York: Guilford Press.
Ouss, L., Golse, B., Georgieff, N., Widlocher, D., Eds., 2009,  Vers une neuropsychanalyse?, Paris : Odile Jacob.
Roussillon R.,  “Symbolisation primaire et identité” in Agonie, clivage et symbolisation, 1999, Paris: P.U.F.: “Le fait psychanalytique”.
Schilder P., (1950), L’ image du corps, Paris : Gallimard.
Solms M., “Freud returns”, in Scientific American, 2004, 290, p.83-84.
Snyder, P. J., (Senior Ed.), 2006, Clinical Neuropsychology, Washington: American Psychological Association.
Σταύρου Δ., (2004), H τρέλα στον Τέννεσσι Ουίλιαμς: Η αναπαράστασή της και η θεραπευτική διάσταση της τέχνης (της συγγραφής) στον συγγραφέα, http://drama-mediation.blogspot.gr/2010/12/h.html.
Stavrou D. (2010) La méthode de la dramathérapie, présentation au séminaire organisé  par Creathérapie à Perpignan. (http://drama-mediation.blogspot.gr/2010/10/la-methode-de-dramatherapie.html)
Stern, D., (2010), Les formes de vitalité, Paris : Odile Jacob.
Yiotis, L., (2002), Dramatherapy performance and schizophrenia, PHD thesis, University of  Hertfordshire.
Wiart, Y., (2011),  L’attachement un instinct oublié, Paris : Albin Michel.
Willinger U., Heiden A.M., Meszaros K.,  (2002), Maternal bonding behaviour in schizophrenia and schizoaffective disorder, considering premorbid personality traits. In Australian and New Zealand Journal of Psychiatry, 36.
Winnicott D., W., (1957),  The Child and the Family, London: Tavistock.
Xαρτοκόλλης Π. 1991, Εισαγωγή στην ψυχιατρική, Αθήνα: Θεμέλιο.