Το θέατρο είναι η καλύτερη ενσάρκωση της άλλης σκηνής
Andr
é Green

21 January 2018

Ανάδειξη της σχέσης με το σύμπτωμα μέσα από την ψυχοθεραπεία μέσω τεχνών

Μιλάμε για "συμπτώματα" και στην ψυχολογία για να ορίσουμε κάποια φαινόμενα της συμπεριφοράς που εμφανίζονται ως κορυφές παγόβουνων. 

Με τον ίδιο τρόπο που ο πυρετός αποτελεί σύμπτωμα μίας ασθένειας που έχει οργάνωση, αιτιολογία και ιδιότητες, έτσι κι ένα ψυχικό σύμπτωμα αποτελεί την ένδειξη για μία συγκεκριμένη ψυχική οργάνωση που φέρει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στην συμπεριφορά και στον τρόπο που σχετίζεται το άτομο με τους άλλους, αλλά και αιτιολογία. 

Συμπτώματα που υποδηλώνουν μία νευρωτική δομή προσωπικότητας αποτελούν για παράδειγμα οι κρίσεις πανικού, όλες οι μορφές φοβίας, η εμμονή σε ιδέες ή επαναλήψεις πράξεων που έχουν τελετουργικό χαρακτήρα για τον άνθρωπο που τις εκτελεί.  Η νευρωτική δομή, όπως έχουμε ήδη ξαναπεί σε αυτό το ιστολόγιο, δημιουργείται από την αποτυχία ισορροπίας μεταξύ του συστήματος εσωτερικευμένων απαγορεύσεων από τη μια και των επιθυμιών του υποκειμένου, από την άλλη. 

Με τον ίδιο τρόπο δημιουργούνται συμπτώματα (δηλ. ορατές συμπεριφορές-φαινόμενα- ή ενδείξεις αν προτιμάτε) για κάθε στυλ προσωπικότητας (καταθλιπτική, διπολική, οριακή, σχιζοειδή κλπ). 

Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η ονομασία-διάγνωση της κάθε ψυχικής δομής γιατί το υποκείμενο δεν ξέρει τι να κάνει αυτή την διάγνωση. Μερικές φορές ο χαρακτηρισμός κάποιου ως "καταθλιπτικού", "σχιζοειδούς" κλπ μπορεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες να εγκλωβίζει τόσο τον "ασθενή", αλλά και τον θεραπευτή του ενίοτε, ως προς την επίλυση των προβλημάτων και την επιτυχή έκβαση της ψυχοθεραπείας του. 

Ωστόσο τα συμπτώματα μας βοηθούν να κατανοήσουμε την εσωτερική λογική που διέπει την ψυχική δόμηση. Αυτό χρειάζεται να το κοινοποιούμε και στον άνθρωπο που εμφανίζει την συμπτωματολογία και να στοχεύουμε προς την νοηματοδότηση του συμπτώματος, σα να πρόκειται για ένα σύμβολο που χρειάζεται αποκωδικοποίηση. Με τον τρόπο αυτόν, το σύμπτωμα παύει να είναι αποκομμένο από την υπόλοιπη προσωπικότητα του ανθρώπου, παύει να προκαλεί έκπληξη, αγωνία, φόβο, να είναι ξένο δηλαδή,  και γίνεται το κλειδί πρόσβασης σε βαθύτερα στρώματα της ψυχικής αλήθειας, εκεί όπου χρειάζεται να οδηγηθεί το υποκείμενο με την συμπαράσταση του θεραπευτή, για να υπάρξει επεξεργασία και αποκατάσταση τραυμάτων, ελλειμμάτων, διαστρεβλώσεων που αφορούν την ιστορία του... 

Ο Φρόυντ από την αρχή της δουλειάς του ανακαλύπτει ότι το σύμπτωμα έχει και οφέλη για τον άνθρωπο που υποφέρει. Παρά τον μάταιο πόνο που του δίνει, το σύμπτωμα βοηθά στην έκφραση ενός προβλήματος που  δημιουργεί ψυχική ένταση και ζητά μία οδό εκφόρτωσης. Πέραν όμως της λειτουργίας του για την επιβίωση του ανθρώπου, παρά του ότι μπορεί να του χαλά την ζωή σε πολλούς τομείς, το σύμπτωμα φέρει και ένα άλλο όφελος, το οποίο η ψυχανάλυση έχει ονομάσει "δευτερογενές". 

Δευτερογενές όφελος για παράδειγμα σε έναν άνθρωπο που υποφέρει από κρίσεις πανικού, μπορεί να είναι ότι χρειάζεται πάντα έναν δεύτερο, δικό του άνθρωπο, μαζί του την ώρα που πηγαίνει λόγου χάρη στο σούπερ μάρκετ (αν ο συγκεκριμένος χώρος προκαλεί τις κρίσεις). Άλλος που έχει για παράδειγμα φοβία να οδηγήσει, δεν μένει ποτέ μόνος στο αυτοκίνητο και σχετίζεται με τρόπο εξαρτητικό με τον σύντροφό του για να τον πηγαίνει οπουδήποτε με το αυτοκίνητό του κ.ο.κ.  

Μέσα από την ψυχοθεραπεία μέσω τέχνης, προσεγγίζουμε τα ψυχικά περιεχόμενα ως συμβολικά περιεχόμενα και με μία τέτοια προοπτική, η νοηματοδότηση-κατανόηση γίνεται περισσότερο εφικτή. Τα σύμβολα, όπως και τα συμπτώματα, δεν είναι μονοσήμαντα. Μπορούμε να δώσουμε πολλές ερμηνείες να τα δούμε από διαφορετικές πλευρές. 

Ας δούμε μερικά παραδείγματα από την δραματοθεραπευτική μου δουλειά με ανθρώπους που υποφέρουν από διαφορετικά συμπτώματα. Φυσικά τα ονόματα των ανθρώπων και άλλα στοιχεία αναγνωρίσιμα της ταυτότητάς τους παραμένουν απόρρητα για λόγους ευνόητους...

Ο τρόπος που δουλεύω με τα συμπτώματα μέσω της τέχνης έχει πολλές διαφορετικές τεχνικές και χρησιμοποιούμε πολλά διαφορετικά μέσα. Δράμα, εικαστικά, κατασκευές, installation, μεικτές τεχνικές κλπ. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα όμως θα μείνω σε μία τεχνική που έχει να κάνει με πηλό και μικρές κούκλες.

Καλώ τον άνθρωπο να φτιάξει σε γλυπτό το σύμπτωμα του...Καλείται να μην έχει κάποια ιδέα από πριν καθώς έχει τον πηλό στα χέρια του, αλλά να αφεθεί όσο μπορεί στην αίσθηση του πηλού στα χέρια του, στην υφή του, και να αποφύγει όσο το δυνατό περισσότερο τις σκέψεις αρχικά. Σιγά σιγά αρχίζει κι εμφανίζεται μία μορφή που για τον ίδιο αποκτά ένα νόημα και εξελίσσει την κατασκευή του ως να φτάσει σε ένα ικανοποιητικό σημείο για τον χρόνο που έχει δοθεί από το ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο. 

Μετά καλείται, αν θέλει, να βρει μία από τις μικρές κούκλες που να αισθάνεται ότι τον αντιπροσωπεύει καλύτερα και να δείξει τόσο στον εαυτό του όσο και σε μένα (την θεραπεύτρια) τον τρόπο που σχετίζεται ο ίδιος με το σύμπτωμά του. 

Ας δούμε μερικά παραδείγματα... 

Εικόνα 1
 Στην εικόνα 1. ο άνθρωπος μου λέει ότι αυτό που προέκυψε είναι ότι το σύμπτωμα είναι σαν ένας βράχος πάνω στον οποίο προσκρούει. Ωστόσο, από την εικόνα μπορούμε να δούμε και κάτι άλλο που φυσικά σχετίζεται με το δευτερογενές όφελος του συμπτώματος. Η κούκλα όπως είναι τοποθετημένη στο γλυπτό φαίνεται σα να προστατεύεται από αυτό, ακόμη και να ξεκουράζεται σε αυτό. 

Εικόνα 2
Στην εικόνα 2. έχουμε να κάνουμε με μία νεαρή γυναίκα που η φοβία που έχει αναπτύξει είναι να την αναγκάζει να μην θέλει να βγει από το σπίτι της. Με την ψυχοθεραπεία της, στην φάση αυτή που δημιουργείται το γλυπτό, κάνει δειλά δειλά τα πρώτα της βήματα έξω από το σπίτι.  Όπως βλέπετε, η μάγισσα έχει εξέλθει (ή φυλάει;) από το πουγκί και κρατά την μαγική της σκούπα (που ως μαγική αποτελεί όχημα)... 

Εικόνα 3

Στην εικόνα 3 έχουμε ένα γλυπτό "χταπόδι" που έχει αρπάξει την κούκλα που αντιπροσωπεύει την γυναίκα που υποφέρει από κρίσεις πανικού. Η κούκλα που έχει επιλέξει, γυμνή από ρούχα, μας οδηγεί σε έναν συνειρμό σχετικό με σεξουαλική παραβίαση αφής-πιασίματος-αρπάγματος. Κάτι που έχει συμβεί στην γυναίκα κατά την εφηβεία της και που αποτελεί την ρίζα του προβλήματος της, κάτι δεν το είχε αξιολογήσει ως σημαντικό γεγονός της ιστορίας της ως την στιγμή της θεραπείας της μέσω τέχνης.

Σε κάθε περίπτωση αυτές οι δημιουργίες μέσα στο θεραπευτικό ασφαλές πλαίσιο ανοίγουν έναν δρόμο στον λόγο. Δίνουν τροφή για σκέψη και κινητοποιούν. Τα παραδείγματα είναι πολλά αλλά νομίζω ότι μπορώ να σταματήσω εδώ για σήμερα, ελπίζοντας να σας έχω δώσει μία ιδέα στο πώς μπορούμε να προσεγγίσουμε ψυχοθεραπευτικά μέσω τέχνης το σύμπτωμα. Εσείς, οι αναγνώστες του ιστολογίου, πιθανόν μπορείτε να δείτε κι άλλα στοιχεία στα παραπάνω παραδείγματα και αν θέλετε μπορείτε να μου στείλετε τις ιδέες σας ηλεκτρονικά στο: dimitrastav@yahoo.com.

Ο τρόπος δουλειάς και επεξεργασίας του τραύματος μέσω τεχνών είναι ένας τρόπος που το κάνει μάλλον πιο εύκολο γιατί στηρίζεται στην δημιουργικότητα.  Δουλεύοντας έτσι, αποκτούμε πρόσβαση σε κρυφά περιεχόμενα του ασυνειδήτου. Όπως και να  έχει, το σύμπτωμα είναι πολυσήμαντο όπως και το κάθε έργο τέχνης... Κάθε σημασία που μπορούμε να αποδώσουμε έρχεται και συμπληρώνει την άλλη. Δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Οι ερμηνείες αυτές γίνονται ακόμη πιο πολυδιάστατες όταν τα έργα αυτά παρουσιάζονται σε ομάδα δραματοθεραπείας. Οι ερμηνείες των μελών στηρίζονται τόσο στην δική τους εσωτερική πραγματικότητα όσο και στην πραγματικότητα του έργου. Προτείνουν τις ιδέες τους κι ο δημιουργός, ο πάσχων από το σύμπτωμα, αναγνωρίζει αν κάτι από όλα αυτά είναι αληθές.  Γιατί μόνο ο ίδιος ο άνθρωπος γνωρίζει την αλήθεια του καλύτερα από όλους τους άλλους. Απλά αυτή του καλύπτεται πίσω από το σύμπτωμα και η τέχνη βοηθά να του αποκαλυφθεί!

22 September 2014

Τέχνη και διαστροφή: Το παράδειγμα της μαύρης παιδαγωγικής




Μαύρη παιδαγωγική, ή αλλιώς, δηλητηριώδης  παιδαγωγική, ονομάζεται η παιδαγωγική της καταπίεσης, της βίας και πρόκλησης ψυχικής βλάβης στα παιδιά.

Ο αρχικός όρος προέρχεται από τη Γερμανία, (Schwarze Pädagogik) από το ομώνυμο βιβλίο της Katharina Rutschky, το 1977. Στη Γερμανία η μαύρη παιδαγωγική ασκείται κυρίως σε μεγάλη έκταση από τα τέλη του 18ου αι. και κατά τον 19ο αιώνα. Μια τέτοια συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά σχετιζόταν κυρίως με την αντίληψη ότι τα παιδιά έχουν φύση με διαβολικά στοιχεία που πρέπει να χειραγωγηθεί και να εξαλειφθούν.

Η μαύρη παιδαγωγική βασίζεται στη βία και είναι μία μέθοδος διαπαιδαγώγησης, μία στρατηγική, που περιλαμβάνει πολλές και διαφορετικές εφαρμογές.

Μία βασική εφαρμογή της είναι η σωματική κακοποίηση του παιδιού. Η σωματική κακοποίηση, το ξύλο, είναι μία πρακτική που μέχρι και πρόσφατα θεωρείτο αποδεκτή. Γι αυτό και στις σχολικές τάξεις, ως τη δεκαετία του '80, ήταν απαραίτητη η ύπαρξη του χάρακα-βέργας για τη σωματική τιμωρία των άτακτων ή αδιάβαστων μαθητών. "Το ξύλο που βγήκε από τον παράδεισο" είχε ως στόχο την εξάλειψη αυτού του δαιμονικού στοιχείου της παιδικής ηλικίας. Δυστυχώς, μόνο πρόσφατα από δουλειές ψυχολόγων, έγιναν αντιληπτές οι συνέπειες της σωματικής κακοποίησης των παιδιών στον ψυχισμό τους. Η βασικότερη όλων είναι η ταπείνωση και το πλήγμα στο ναρκισσισμό του παιδιού που παραμένει ανεξίτηλο τραύμα στη ζωή του.

Μια άλλη εφαρμογή της είναι η ταπείνωση του παιδιού με τρομοκρατία.  Ο γονιός εμφανίζεται στα μάτια του παιδιού του ως ένα τέρας που απειλεί τη σωματική και ψυχική ακεραιότητά του.  Οι πολύ δυνατές φωνές πλήττουν εξίσου τον ψυχισμό του παιδιού. Ο καθένας μας μπορεί να αντέξει ένα ερέθισμα ως έναν βαθμό έντασης.  Από το σημείο αυτό και μετά, επιστρατεύονται πιο πρωτόγονοι μηχανισμοί άμυνας με στόχο την επιβίωση, όπως η αποσύνδεση, η σχάση και η διάσπαση που αδειάζουν την πράξη από το νόημά της. Τότε είναι πιθανή και η είσοδος στην ψύχωση.

Ταπείνωση, ακύρωση του παιδιού από το γονιό, μπορεί να γίνει και με άλλους τρόπους, όπως είναι η προσβολή μπροστά σε τρίτους.

Μία άλλη εφαρμογή μαύρης παιδαγωγικής είναι η χρήση μέσων. Τέτοιο είναι το παράδειγμα του "μπαμπούλα", του "μεσημερά" και άλλων παρόμοιων φαντασιακών φιγούρων ή σεναρίων, που επιστρατεύονται με στόχο τη συμμόρφωση μέσω του φόβου.

Χαρακτηριστικό δείγμα τέτοιας διαμεσολάβησης είναι τα παραμύθια που επινόησε ο γιατρός Heinrich Hoffmann στα μέσα του 19ου αιώνα για να συμμορφώσει αρχικά τον γιο του. 

Τα εικονογραφημένα παραμύθια του κυκλοφόρησαν στη Γερμανία υπό τον τίτλο: "Ο Struwwelpeter (=ο Πέτρος ο μαλλιάς) και άλλες αστείες ιστορίες". Από τον κεντρικό ήρωα (ή καλύτερα αντι-ήρωα) δόθηκε η έμπνευση για την επινόηση του κινηματογραφικού "Ψαλιδοχέρη" που ενσάρκωσε ο Johnny Depp. Τα παραμύθια αυτά χαρακτηρίζονται από μικρά κείμενα και λίγες εικόνες. Είναι αυτοτελή και συμπυκνωμένα.


                                 

Τόσο οι εικόνες, όσο και το κείμενο έχουν ως στόχο τη συμμόρφωση του παιδιού στον λόγο του ενήλικα προκειμένου να γλυτώσει τον καταστροφικό θάνατο.

Όλα αυτά τα παραμύθια έχουν κακό τέλος. Η
εικονογράφηση είναι πράγματι τρομακτική, καθώς μπορεί στην τελευταία εικόνα να
βλέπουμε το παιδί στάχτη από κεραυνό, ή με κομμένα χέρια ή άλλα μέλη από
φιγούρες εξωπραγματικές που εμφανίζονται μετά την αταξία για να επαναφέρουν την
τάξη μέσα από την τιμωρία.


Ο στόχος της μαύρης παιδαγωγικής είναι η ενδοβολή του υπερεγώ στο παιδί και η τιθάσευση της ενόρμησης. Το υπερεγώ είναι το σύστημα απαγορεύσεων και κανόνων που διαθέτει ο ενήλικας, το σχολείο, η κοινωνία. 


Ωστόσο, αξίζει να σταθούμε και σε άλλη μία πτυχή αυτών των παραμυθιών. Πρόκειται για το ότι το παιδί εμφανίζεται πάντα μόνο του. Τη μητέρα, συνήθως, τη βλέπουμε στην πρώτη εικόνα να φεύγει και να λέει στο παιδί τι πρέπει να κάνει και τι δεν πρέπει. Το προειδοποιεί επίσης για
το τι πρόκειται να του συμβεί αν παραβιάσει τον κανόνα. 

Αυτό το μοτίβο που επαναλαμβάνεται, της απουσίας του ενήλικα, ίσως να καταδεικνύει και την σημασία που δίνεται στην γρήγορη αυτονόμηση του παιδιού μέσα από την βίαιη ενσωμάτωση του κανόνα (υπερεγώ). 


Η αυτονόμηση του παιδιού είναι σίγουρα ένα ζητούμενο από τον κάθε καλό γονιό. Όμως σε περιπτώσεις όπως αυτή που εξετάζουμε προκαλείται με βια-σύνη και έλλειψη υπομονής από τη μεριά των ενηλίκων.


Είναι άραγε τυχαίο ότι μετά από μία τέτοια παιδαγωγική εμφανίστηκαν δύο φρικαλέοι παγκόσμιοι πόλεμοι που ξεκίνησαν από τη Γερμανία; Το παράδοξο που εμφανίζεται στην ιστορία αυτής της χώρας είναι η πάλη ανάμεσα στο Ιδεώδες του Εγώ, όπως εμφανίζεται από το κίνημα του ρομαντισμού (με τον Γκαίτε, τον Σίλερ κλπ) με το Υπερεγώ, όπως εμφανίζεται μέσα από την
υπερβολική αυστηρότητα και τη χρήση της τιμωρίας. Αυτή η αντίφαση είναι τόσο
εμφανής από τους άλλους λαούς που οι Κινέζοι ονομάζουν τη Γερμανία (De Guo
) (=η χώρα τηςηθικής, αλλά ταυτόχρονα και η χώρα της καλοσύνης).  

Ωστόσο, η μαύρη παιδαγωγική της τιμωρίας, του αποκλεισμού και της βίας απαντιέται παντού και δεν γνωρίζει σύνορα ή εθνότητες. Δυστυχώς, πολλοί σύγχρονοι γονείς, αλλά και εκπαιδευτικοί, την ασκούν στα παιδιά  δημιουργώντας τραυματισμένους ενήλικες. 


Συνέπειες μιας τέτοιας αντιμετώπισης είναι ο τραυματισμένος ναρκισσισμός του παιδιού, η διαιώνιση της βίαιης συμπεριφοράς, καθώς το παιδί από θύμα μάλλον θα γίνει θύτης-ή θα συνεχίσει τον ρόλο του θύματος και ως ενήλικας, η εγκατάσταση της οργής και του μίσους είναι επόμενα
να εγκατασταθούν στην παιδική και αργότερα στην ενήλικη ψυχή. Η μαύρη παιδαγωγική συνδέεται με όλες τις μορφές ψυχοπαθολογίας και οδηγεί στη δημιουργία δυστυχισμένων ανθρώπων καθώς στρέφεται ενάντια στις αρχές της ζωής.


Οι τραυματισμένοι ενήλικες μπορούν να απαλλαγούν από τα τραύματα του παρελθόντος μόνο εφόσον τα συνειδητοποιήσουν και θελήσουν να σπάσουν τον φαύλο κύκλο της βίας μέσα από μία θεραπευτική διαδικασία που επιτρέπει την επεξεργασία και τη νοηματοδότηση. Μόνο τότε η
επόμενη γενιά μπορεί να ελευθερωθεί από το κρίμα των προγόνων και να μπει τέλος
στην επανάληψη του τραύματος.

Κλείνοντας αυτή τη μελέτη παραθέτω το τρέηλερ της ταινίας "Ο Ψαλιδοχέρης" (1990) του Τιμ Μπάρτον με τον Τζονυ Ντεπ, κι ένα μουσικό κομμάτι του συγκροτήματος Tiger Lilies (1999) ως δείγματα σύγχρονης τέχνης που εμπνεύστηκαν από τη μαύρη παιδαγωγική του Dr. Hoffman. 











05 September 2014

La dramathérapie psychanalytique: L’exemple d’un groupe de chômeurs en Grèce

(Le text decrit une recherche effectuée depuis fevrier 2012 jusque le mars 2013 à Athènes et presentée sous le même titre, à la conférence internationale "Psychanalyse et groupe" organisée par CNAM, à Paris, Mars 2013. Je dois aussi noter que l'histoire du groupe a continué après la recherche mais ça necessite un autre article que j' espère présenter dans l' avenir).

La dramathérapie est une des psychothérapies des médiations artistiques. Il existe plusieurs modèles de dramathérapie, comme c’est le cas du modèle des rôles (Landy), du modèle anthropologique (Jennings, Gersie, etc.), du modèle des transformations développementales  (Johnson) et autres.
Le modèle de dramathérapie psychanalytique résulte de la rencontre de la théorie et des pratiques de la dramathérapie comme elles sont été développées plutôt dans les pays anglo-saxons et de la théorie psychanalytique du groupe et les travaux sur la médiation de l’école française (Kaës, Anzieu, Chouvier, Brun, Roussillon, etc.).
Dans ce modèle de dramathérapie, le thérapeute est moins intervenant dans les actes symboliques et reste dans la neutralité bienveillante. 
Le contexte des séances est bien structuré et défini. La priorité est donnée à la recherche du sens ; un sens de la réalité propre du sujet, mais aussi un sens qui se coproduit au sein du groupe.
L’interprétation des actes symboliques a, alors, une place importante dans le processus et se réalise par le membre lui-même et par les autres membres aussi. Le dramathérapeute s’intéresse plutôt à la compréhension des phénomènes collectifs et de la dynamique du groupe. C’est par ce processus qu’il propose les actes de la médiation, d’une façon spontanée, non préparée d’avance, mais en consonance avec le contenu qui se dévoile par cet ici et maintenant du groupe.
Le modèle psychanalytique se distingue aussi par l’importance qu’il accorde aux phénomènes du transfert.
Les trois types de transfert (face au thérapeute, face aux autres membres du groupe et face au groupe lui-même) dans le cas des thérapies de médiations se doublent.  On peut, alors, observer le transfert au cours de la communication verbale et non verbale du groupe, mais aussi au cours des médiations artistiques.
Ce dédoublement du transfert est, à mon avis, un des plus grands avantages des thérapies de médiations, puisque cela permet la prise de conscience dans un temps plus court que dans les cas où la médiation est absente.
La diminution du temps de la prise de conscience dans un autre cas pourrait consister comme un acte perturbant et même violent, d’après Aulagnier, qui ne respecte pas les défenses des sujets. Par contre, l’art, en tant que médiation, constitue l’espace transitionnel, au sens winnicottien. En tant que tel, il produit un espace de sécurité et une distance qui facilitent l’auto-observation à travers le produit artistique.
En Grèce, pendant ces trois dernières années de la crise économique, s’est développée une situation que presque personne ne pouvait prévoir.
On peut facilement constater le pessimisme et même la dépression généralisée sociale qui possède des caractéristiques de contamination, situation dans laquelle les médias ont un rôle important.
Nous constatons aussi un énorme accroissement du taux de suicides, qui se traduit par trois suicides par jour (pour une population totale de dix millions d’habitants).
Quelques suicides s’effectuent de façon très spectaculaire pour se transformer finalement en actes symboliques-collectifs. En même temps, les phénomènes d’anomie sociale et de la violence entrent dans les vies quotidiennes.
L’environnement se détruit dans cette politique en quête de profits immédiats et transforme les forêts en mines d’or.
En même temps que l’accroissement du taux de chômage touche 27% de la population, l’émigration de la population vers des pays plus riches réapparaît depuis les années 1960. Mais cette fois-ci, avec d’autres caractéristiques : il ne s’agit plus des ouvriers, mais des jeunes surdiplômés.
Dans cette politique d’austérité, les services de la santé mentale sont soit arrêtés, soit beaucoup dévalués à cause de l’absence du personnel. Le syndrome d’épuisement professionnel chez la plupart de nos collègues qui y travaillent devient fréquent. Leurs salaires ont aussi été diminués de presque de 30% au cours de ces trois dernières années.
Mais, il y a aussi un autre aspect plus positif cette fois-ci. Dans ces conditions, des nouveaux mouvements de solidarité et des réseaux d’économie d’échange, détachés de l’argent, s’épanouissent dans tout le pays.
Que peut alors faire le psychologue ?
En tant que psychologue-dramathérapeute en cabinet privé, j’ai pensé à combiner mon désir de contribuer au soulagement de la souffrance des chômeurs, en leur offrant la possibilité de participer gratuitement à un groupe de dramathérapie psychanalytique, et mon désir de rechercher ce qui se passe au niveau psychologique chez ces chômeurs. 
L’idée de travailler avec les chômeurs a sa préhistoire. J’avais déjà vécu les conséquences bénéfiques de ma propre psychothérapie psychanalytique sur mon métier. Au cours des années suivantes, j’ai aussi constaté ce changement positif de la vie professionnelle chez mes clients qui suivaient la dramathérapie psychanalytique du groupe.
La souffrance provenant du travail est assez répandue d’ailleurs. Elle touche souvent les individus qui travaillent dans les grandes sociétés multinationales où la souffrance provient de l’homogénéité et des exigences imposées insupportables. Une autre population professionnelle présentant un risque élevé (le deuxième après les infirmiers, selon ELINYAE) du syndrome de l’épuisement professionnel en Grèce, est celle des fonctionnaires, à cause du système de corruption et du favoritisme opérés par les partis politiques et autres acteurs politiques.
Le risque le plus important que l’on peut rencontrer dans un traitement clinique offert aux chômeurs est surtout épistémologique. Le chômage est un phénomène compliqué et, en tant que tel, plusieurs interprétations sont possibles.
Dans un tel projet, le danger évident est la psychologisation du chômeur  (suivant des économistes comme Malthus, Booth et autres). Plusieurs recherches soulignent la vulnérabilité psychique qui résulte le chômage de longue durée, mais, dans ce cas, la psychopathologie quelconque est la conséquence du chômage et pas sa raison. Il y a aussi des théories qui considèrent le chômage uniquement comme un phénomène social (Engels, Beveridge, Keynes, etc.).
Une interprétation psychologisante ou socialisante des phénomènes complexes, tel que le chômage, n’est jamais totalement neutre sur le plan idéologique (Papastamou, Doise).
La solution à ce problème nous vient du courant de la psychologie sociale clinique (Pagès, de Gaulejac, Navridis et autres) qui tente une synthèse du social et de la clinique, en s’intéressant plutôt aux mécanismes articulatoires, relationnels entre le social, l’individuel et la famille, en tant que cellule intermédiaire.
C’est sous cette perspective que j’ai commencé à travailler avec un groupe-pilote des chômeurs. Ce groupe avait deux buts : thérapeutique et de recherche.
Est-ce que le chômage à longue durée produit des difficultés psychologiques chez les chômeurs, qui les empêchent à réintégrer le marché du travail et si oui, quelles en sont les causes ? Y a-t-il des facteurs internes concernant l’historicité du sujet et de sa famille qui peuvent intervenir dans la difficulté de celui-ci à trouver un travail ? Ces deux questions ont été la base de cette recherche.

L’échantillon

Pour trouver les membres de ce groupe, j’ai profité de l’usage des médias sociaux (blog, Facebook, Twiter, autres sites).
Les critères du choix des chômeurs étaient :
– être au chômage depuis plus de huit mois,
– ne pas être des étudiants,
– avoir un revenu annuaire jusque 8000 euros au maximum.
– posséder une carte de chômage.
Plus de cinquante personnes ont téléphoné et ont accepté un premier rendez-vous, mais seules dix se sont finalement présentées, et parmi les absents, seuls deux avaient prévenu qu’elles annulaient le rendez-vous.
Parmi ces dix personnes, sept seulement répondaient aux critères et ont été acceptées. L’une d’elle a trouvé un travail avant le commencement du groupe et n’y a donc pas participé.
Le groupe de six personnes a commencé au mois de février de 2012. Il était constitué de cinq femmes et un homme, d’un âge moyen de 34 ans. Cinq sujets avaient un niveau d’éducation supérieur et le dernier, moyen.
Parmi eux, trois personnes ont avoué qu’elles voulaient aussi connaître la méthode de dramathérapie (ainsi, elles avaient en même temps un motif supplémentaire). 
Les métiers de leurs parents montrent que tous les membres du groupe proviennent de la même classe sociale. Tous les parents étaient des techniciens-manœuvriers, sauf un policier.

Le contrat

Le contrat est présenté au cours de la première rencontre individuelle :

– la participation au groupe est gratuite. Mais chaque membre doit apporter quelque chose à chaque séance ; chose réelle ou irréelle, peu importe sa valeur économique ;
–  la participation gratuite ne vaut que tant que dure le chômage. Si un membre trouve du travail et veut continuer la thérapie, il doit rembourser le 15% de son revenu, jusqu’aux limites du tarif que payent les autres clients. À partir de ce moment, le sujet n’est plus obligé d’apporter l’objet du remboursement ;
– nous avons une séance d’une heure et demie par semaine et des périodes de vacances ;
– quand quelqu’un veut partir du groupe, il doit prévenir au moins deux mois à l’avance, pour que le groupe et le sujet lui-même puissent travailler le deuil de la séparation.

Les buts thérapeutiques généraux

– Le support.
– La prévention de suicide, de psychopathologies liées au chômage, de la chute à l’anomie, mais aussi de la victimisation à cause du besoin.
– Le changement des attitudes (de la passivité à l’activité, de la rigidité à la flexibilité, de la soumission aux réalités imposées à leur mise en question, etc.) des comportements et des rôles qui peuvent biaiser le retour à l’emploi.
– La connaissance de soi et l’évolution.
– Préciser leurs désirs concernant le travail/Réorientation.
– La focalisation vers le désir-but.
– Le renforcement psychique.
– Retrouver le moral – pas de culpabilisation, mais retrouver la foi en un avenir meilleur.
–  Se resocialiser : Etablir des relations avec des groupes, d’autres individus, suivre des activités collectives, faire face à la honte.
– Synthétiser et produire des nouvelles identités professionnelles plus indépendantes.

 Le processus

Le thème des conversations du groupe pendant les séances ne se limite pas au chômage. Le processus se déroule comme dans tous les autres groupes avec lesquels je travaille. Ce qui fait la différence cette fois-ci, c’est que les membres du groupe à la place de me payer pour leur participation par l’argent, ils apportent des objets en tant que remboursement.







Ces objets portent toujours une signification symbolique et leur présentation au groupe – ainsi que la recherche de leur sens par le groupe – est devenue comme un rituel à chaque séance. Ces objets, eux-mêmes, se transforment ainsi en matériel de médiation supplémentaire.

Une autre fonction de ces objets est leur contribution à l’amélioration de l’estime de soi des membres du groupe. Ces objets qui sont apportés par les membres du groupe à la place de l’argent sont très utiles pour mon travail, comme il y a plusieurs techniques de la dramathérapie où nous utilisons des objets sur la scène. 
Parfois, des objets-nourritures arrivent pour tout le groupe (comme des fraises, des gâteaux, des œufs, des glaces, etc.). 

La contribution, l’offrande elle-même, devient très bénéfique aux membres et constitue un  facteur organisateur du contexte de ce groupe. 

Les membres attendent toujours ce moment de l’offrande des objets, et leur contribution à la prise de conscience, ainsi que leur fonction cohésive (ces objets sont étant perçus comme des cadeaux) sont si marquantes que personne ne veut arrêter de participer à cette pratique, même au moment où ils commencent à  payer normalement après avoir commencé à travailler.

Au niveau de rôles choisis spontanément sur la scène, nous distinguons des rôles qui concernent :

– le rejet social (comme du bouc émissaire, du clandestin),
– le sacrifice (Jésus, Iphigénie, l’agneau),
– la fuite (comme celle du voyageur, du nomade),
– l’absence de place et d’auto-annulation (de l’invisible, du suspendu, de l’étranger),
– la suppression ou l’infériorité et les relations du pouvoir (de l’enfant, du héros – qui remplit une mission imposée par le roi ou le dieu, du pion-soldat).
– les rôles plus élaborés (du roi, du dieu, du professeur, du parent, du créateur, de l’innovateur).

Ces rôles, on les voit dans une évolution au cours de la thérapie.

Aujourd’hui, le groupe continue avec six membres, mais sa constitution a changé. Deux sont partis parce qu’ils ont trouvé du travail (un dans une autre ville et l’autre, parce que ses heures de travail coïncidaient avec celles du groupe), et un autre a déménagé dans sa ville d’origine – considéré par le groupe comme drop out. Trois nouveaux membres ont rejoint le groupe au cours des sept derniers mois.

Nous pouvons distinguer trois catégories des sujets-chômeurs (sur les neuf sujets) :

– les motivés-actifs (comme les deux sujets qui s’intéressent aussi à la méthode de la dramathérapie). Ce sont les premiers à avoir retrouvé du travail ;
– les dépressifs-découragés (deux sujets) dont une femme avait commencé à présenter des comportements au bord de l’anomie comme résidence nomade, usage de drogues, isolement et rupture des relations avec sa famille. Pendant la thérapie, elle est devenue plus consciente de sa situation, elle a trouvé un appartement en colocation, dont elle paie le loyer en gardant deux enfants à mi-temps, et elle est devenue beaucoup plus créative en se concentrant sur son art et en participant à des événements artistiques, mais sans, jusqu’à présent, pouvoir en vivre ;
– les névrotiques (cinq sujets). Ces sujets se caractérisaient par un langage si mal structuré que les autres membres du groupe se plaignaient de ne pas les comprendre. Petit à petit, leur langage est devenu beaucoup plus clair et moins chaotique. En plus, nous constatons leur progrès à prendre des décisions et ne pas se perdre dans des différentes possibilités. C’est la décision prise qui à la suite organise le comportement par la focalisation sur le but. Ainsi, ils ne restent plus dans la passivité. L’abandon au hasard pour trouver un boulot, peu importe lequel, donne petit à petit sa place à la motivation personnelle pour trouver un travail désirable.  

Ces personnes ont trouvé dans les médiations artistiques une voie d’expressivité plus directe. Au niveau des actes symboliques, ils préféraient des rôles immatures. Les deux sujets souffraient de crises de panique. Après trois mois, ces symptômes ont disparu. Un des deux sujets a abandonné le groupe au bout de six mois pour retourner dans son île d’origine, mais sans projet. Il s’agit du seul drop-out.

La réalité collective du groupe a été marquée par des phases de transition, à cause du changement de sa dynamique par l’entrée ou le départ des membres, mais, aussi, à cause de l’évolution du groupe.
Les sujets devenaient plus conscients de ces passages grâce à la médiation et à son contenu symbolique. Le passage d’un schéma (pattern) à un autre se manifeste dans les produits artistiques, mais aussi dans les objets apportés au groupe et dans les rêves.
Il y avait, par exemple, des séances où plusieurs membres apportaient le même objet, ou presque le même rêve, comme c’est le cas où le groupe « a parlé » sur le changement de perspective. Ça c’est l’exemple d’une séance au cours de laquelle trois membres apportent comme objets d’offrande des paires de lunettes. Un autre membre était arrivé ayant cassé ses propres lunettes. Ainsi, le thème du changement de perspective s’introduit dans cette séance par la médiation des objets d’offrande.



Aujourd’hui, parmi les neuf personnes qui ont été membres du groupe au cours des treize mois qui a duré, cinq ont trouvé les postes qu’ils désiraient, deux travaillent à mi-temps, une est encore au chômage et une est partie avant de trouver un travail. Parmi les cinq qui travaillent, deux gagnent 50% de plus que le salaire moyen en Grèce. Un autre sujet a choisi le travail désirable parmi quatre postes trouvés et auxquels elle a été acceptée. C’est elle qui rejet cette fois-ci les trois boulots pour garder finalement celui qui lui convient le plus. Nous pouvons voir comment les rôles changent dans ce cas ; Celle qui sentait rejetée par la société pour si longtemps, elle a finalement le droit de faire son propre choix.
Comme la majorité des membres du groupe travaillent aujourd’hui, l’heure des séances a été changée pour le soir. Ce changement est vécu par les membres comme un renforcement de leur estime de soi, comme une évolution, ainsi que l’a exprimé un sujet en disant : Bienvenue dans le monde adulte !  
Un nouveau groupe de chômeurs commencera bientôt. En même temps, nous sommes en train de créer un réseau d’interventions avec d’autres collègues en Grèce afin qu’un plus grand nombre de chômeurs puisse en bénéficier.
                                   

Bibliographie
AULAGNIER, P. 1975. La violence de l’interprétation, Paris, PUF.
BRUN, A. ; CHOUVIER, B. ; ROUSSILLON, R. 2013. Manuel des médiations thérapeutiques, Paris, Dunod.
ΔΕΔΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Α. 2004. Θεωρίες της ανεργίας, Αθήνα, Τυπωθήτω.
De Gaulejac, V. 1987. La névrose de classe, Paris, Hommes & Groupes.
DOISE, W. 1982. L’explication en psychologie sociale, Paris, PUF.
KAËS, R. 2007. Un singulier pluriel. La psychanalyse à l’épreuve du groupe,Paris, Dunod.
LANDY, R. 1996. Persona and performance. The meaning of role in drama, therapy and everyday life, New York & London, The Guilford Press.
ΝΑΥΡΙΔΗΣ, Κ. 1994. Κλινική κοινωνική ψυχολογία, Αθήνα, Παπαζήσης.
PAGES, M. 1986. Trace ou sens, Paris, Hommes & Groupes.
ΠΑΠΑΣΤΑΜΟΥ, Σ. 2011. Ψυχολογιοποίηση. Επιπτώσεις των ψυχολογικών ερμηνειών στα φαινόμενα κοινωνικής επιρροής, Αθήνα, Πεδίο.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Ν. 2005. Η οδύνη των ανέργων. Αθήνα, Πολύτροπον.
STAVROU, D. 2010. La méthode de dramathérapie. http://drama-mediation.blogspot.gr/2010/10/la-methode-de-dramatherapie.html

WINNICOTT, D. W. 1971. Playing and reality, London, Hogarth Press.

21 March 2014

Το μαύρο θέατρο στη θεραπεία: Κλινικές εφαρμογές

(Βασισμένο στη διάλεξη που δόθηκε στο ίδρυμα "Μ.Κακογιάννης" την Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014 στα πλαίσια της ημερίδας: "κουκλοθέατρο και θεραπεία" που διοργάνωσε το Ελληνικό Κέντρο κουκλοθεάτρου "UNIMA Hellas" μαζί με το ίδρυμα Μ. Κακογιάννης. πριν την διάλεξη πραγματοποιήθηκε και workshop πάνω στο ίδιο θέμα).


           Είμαι πολύ ευτυχής που συμμετέχω στην πρώτη εκδήλωση που γίνεται στην Ελλάδα για το κουκλοθέατρο στην θεραπεία και ευχαριστώ πολύ για την τιμή αυτή προσωπικά τον Στάθη Μαρκόπουλο αλλά και το Ελληνικό Κέντρο Κουκλοθεάτρου της UNIMA που με κάλεσαν. Εύχομαι να είναι σήμερα η ιστορική αρχή του παντρέματος της θεραπείας με το κουκλοθέατρο και στη χώρα μας, όπως σε άλλες χώρες.

           Βρίσκομαι εδώ ως ψυχολόγος και δραματοθεραπεύτρια. Εντούτοις, στην κλινική πράξη χρησιμοποιώ κυρίως την πολυδιαμεσολάβηση και όχι αποκλειστικά το θέατρο. Τα μέσα δηλαδή των τεχνικών μου έρχονται από όλες τις τέχνες και όχι μόνο. Αυτό έχει να κάνει αφενός με τον χαρακτήρα μου (με ελκύουν πολλές τέχνες και άλλα μέσα) όσο και από την αναγκαιότητα που έχω διαπιστώσει κατά την κλινική εφαρμογή.

             Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, δεν μπορεί κατευθείαν ένας ψυχωτικός να συμμετέχει σε μία συνεδρία θεατροθεραπείας, χωρίς να έχει πρώτα κατακτήσει θεραπευτικά άλλα στάδια, που έχουν να κάνουν με την κοινωνικοποίησή του. Έτσι και το μαύρο θέατρο, όπως κάθε άλλη τέχνη, θα πρέπει ως τεχνική, ως μέσο, να αξιοποιηθεί θεραπευτικά στην κατάλληλη συνθήκη. Επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο να σας αναφέρω μία τραυματική μου εμπειρία που είχα ως φοιτήτρια που έκανα την πρακτική μου στη Γαλλία με ένα ψυχωτικό παιδί…Δούλευα σε ένα ίδρυμα  από το πρωί ως το βράδυ μία φορά την εβδομάδα, με παιδιά με δυσκολίες προσαρμογής και ψυχοπαθολογία. Μία μέρα το τελευταίο μου περιστατικό ήταν ένα παιδί 10 περίπου χρονών με διάγνωση ψύχωσης. Ήταν πάντα αρκετά συνεργάσιμο και τα πηγαίναμε αρκετά καλά στο επίπεδο της συνεννόησης. Ωστόσο δεν ήμουν σε καθημερινή βάση στο ίδρυμα για να έχουμε αναπτύξει δεσμό εμπιστοσύνης, αλλά ήμουν και εντελώς άπειρη. Μία φορά, μπήκε στο γραφείο, όπως συνήθως, ήρθε κατά πάνω μου και άρχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά αποκαλώντας με «μαμά», κάτι που το είχε ξανακάνει στο παρελθόν και που έδειχνε την παλινδρόμησή του. Κάποια στιγμή, σβήνει το φως και εκεί γίνεται η αποκάλυψη…το παιδί μεταμορφώνεται, γίνεται έξαλλο, μου επιτίθεται, μου τραβά τα μαλλιά, βρίζει, ουρλιάζει χτυπιέται.  Τέλος, ανοίγει το παράθυρο του κάστρου στο οποίο και στεγαζόταν το ίδρυμα και πάει να πηδήξει στο κενό. Το προλάβαμε τελευταία στιγμή με τον συνάδελφό μου, που ως πιο έμπειρος ψυχολόγος μπαίνοντας στο δωμάτιο έχοντας ακούσει την φασαρία άναψε αμέσως το φως…

               Η παραπάνω εμπειρία με σόκαρε και παραλίγο να σταθεί η αιτία να παρατήσω την κλινική ψυχολογία και να ασχοληθώ με κάτι λιγότερο επικίνδυνο. Ωστόσο, μου διακίνησε ταυτόχρονα και την περιέργεια να καταλάβω τι είχε συμβεί….Τι ήταν αυτό που μεταμόρφωσε το παιδί. Κι αυτή η κατανόηση ήρθε χρόνια μετά, στην διάρκεια μίας εποπτείας μου, αλλά και μέσα από την αναπτυσσόμενη κλινική εμπειρία όταν κατάλαβα ότι το σκοτάδι ήταν η αιτία αυτής της κρίσης γιατί επιτρέπει την ανάδυση φαντασιώσεων περισσότερο από ότι το φως της μέρας…

           Την διηγήθηκα αυτή την ιστορία για να τονίσω ότι τα μέσα πρέπει να χρησιμοποιούνται με σύνεση, να σχετίζονται με τον συγκεκριμένο πληθυσμό ή την ιδιαιτερότητα του υποκειμένου που δουλεύουμε, το πλαίσιο, τον στόχο που θέλουμε να κατακτήσουμε, αλλά και την κατάλληλη χρονική στιγμή.

           Έτσι, χρησιμοποιώ όλα τα μέσα ανάλογα με τον στόχο αλλαγής και όχι αποκλειστικά το μαύρο θέατρο. Λέω στόχο αλλαγής κι όχι μόνο θεραπείας, γιατί η διαμεσολάβηση μπορεί να αξιοποιηθεί και σε άλλους σκοπούς, όπως είναι η εκπαίδευση, η επιμόρφωση, η διαφήμιση, ο ακτιβισμός κλπ. Ο στόχος μας όμως στα πλαίσια αυτής της ημερίδας είναι η ψυχοθεραπεία, οπότε θα επικεντρωθούμε σε αυτόν.

             «Μαύρο θέατρο» ονομάζονται δύο μορφές θεάτρου που διαχωρίζονται γεωγραφικά από τον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό ωκεανό. Η πρώτη αφορά το θέατρο των  Αφροαμερικανών, που χαρακτηρίζεται από έντονα πολιτικά στοιχεία. Η δεύτερη που μας αφορά, αναφέρεται στην μορφή θεάτρου που χρησιμοποιεί το σκοτάδι και τις λάμπες UV, black light που εξαφανίζουν όλα τα μη φωσφορούχα αντικείμενα και όλα τα χρώματα, με εξαίρεση το άσπρο. Αυτή η μορφή θεάτρου έχει συνδεθεί με την Πράγα, λόγω της ύπαρξης πολλών θιάσων μαύρου θεάτρου, ωστόσο οι απαρχές του βρίσκονται στην Ασία και συγκεκριμένα στους ακροβάτες της αρχαίας Κίνας. Ο Ρώσος Stanislavski στο θέατρο αλλά και ο Γάλλος κινηματογραφιστής Georges liés είναι οι πρώτοι που ασχολούνται με το μαύρο θέατρο στη Δύση και κατά τη δεκαετία του ’50 ακολουθούν κι άλλοι avant garde σκηνοθέτες ιδιαίτερα στη Γαλλία.

           Πιστεύω ότι η χρήση του μαύρου θεάτρου στη θεραπεία, όπως και κάθε άλλου καλλιτεχνικού μέσου άλλωστε, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται με τρόπο φετιχιστικό. Δεν πρέπει το μέσο να γίνει ο σκοπός αλλά να προσαρμόζονται τα μέσα στον σκοπό, στην θεραπεία δηλαδή. Κανένα θεραπευτικό μέσο δεν είναι από μόνο του αρκετό κατά τη γνώμη μου για να προσεγγίσει την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου ψυχισμού.

          Έτσι, κάθε θεραπευτής μέσω τέχνης πρέπει να συνδυάζει μέσα, προσαρμόζοντας την μέθοδό του (την θεραπεία μέσω τέχνης) ανάλογα με την ψυχική πραγματικότητα του υποκειμένου, ή την δυναμική της ομάδας του και το θέμα που πραγματεύεται στην συγκεκριμένη περίοδο ή συνεδρία.

          Τα υλικά, ή καλύτερα η υλικότητα, οι πρώτες ύλες κάθε προτεινόμενης τεχνικής δεν πρέπει να επιλέγονται δηλαδή ούτε τυχαία, ούτε αυθαίρετα, ούτε μόνο βάση του προσωπικού ταλέντου του θεραπευτή, την κλίση του σε μία τέχνη δηλαδή. Γιατί όπως είπαμε η δράση του κάθε μέσου έχει περιορισμούς, το ίδιο το μέσο είναι το μήνυμα, για να θυμηθούμε και τον θεωρητικό της επικοινωνίας Mc Luhan κι αυτό δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να είναι πάντα το ίδιο, αλλά να διανοίγει δυνατότητες δημιουργίας με διαφορετικά υλικά.

          Δουλεύοντας λοιπόν μέσα σε μία ψυχαναλυτική προοπτική, η επιλογή του μέσου, των υλικών, της μορφής, της προτεινόμενης στον θεραπευόμενο τεχνικής πρέπει να στηρίζεται στον στόχο της συγκεκριμένης συνεδρίας, πλαισίου, υποκειμένου, ψυχοπαθολογίας, χρονικής στιγμής και συγκυρίας.

         Γιατί όλα αυτά λέγονται όμως; Γιατί τελικά αυτό που μας ενδιαφέρει για να είμαστε πετυχημένοι θεραπευτές είναι να κατασκευάσουμε πετυχημένες μεταφορές. Η μεταφορά είναι η κεντρική έννοια σε κάθε ψυχοθεραπεία μέσω τέχνης. Η μεταφορά δίνει την δυνατότητα να βρίσκεται κανείς συνδεδεμένος με την υλική πραγματικότητα ενώ  ταυτόχρονα τον παραπέμπτει στην φαντασιακή. Να είναι εδώ και ταυτόχρονα να τον ταξιδεύει αλλού. Να είμαστε στο τώρα, αλλά να ξυπνά μνήμες από το παρελθόν ή να τον βάζει να οραματιστεί το μέλλον. Και αυτά τα πετυχαίνει η μεταφορά μέσω των συμβόλων. Το σύμβολο λοιπόν είναι αυτό που συνδέει και το κάθε άτομο με το συλλογικό. Μία άλλη λειτουργεία της μεταφοράς που επιτρέπει την θεραπεία σεβόμενη και τις άμυνες του ψυχισμού, χωρίς να τις βιάζει, είναι η απόσταση που επιτρέπει να πάρει ο κάθε θεραπευόμενος με το τραύμα του, να το βάλει απέναντι και να το αντι-μετωπίσει. Αυτό γίνεται ευκολότερα, όταν το τραύμα υπονοείται σε ένα έργο, ένα καλλιτεχνικό προϊόν…

              Μέσα σε μία τέτοια προοπτική χρησιμοποιώ και το μαύρο θέατρο στην θεραπεία. Ανήκει στην μεγάλη βεντάλια των τεχνικών, των διαμεσολαβήσεων που προτείνεται στους θεραπευόμενους είτε σε ατομικό είτε σε ομαδικό επίπεδο σε κάποια στιγμή της θεραπείας τους.

            Ας δούμε λοιπόν τα χαρακτηριστικά του μαύρου θεάτρου για να δούμε, να σκεφτούμε και να εμπνευστούμε για το πού, με ποιον και πότε μπορούμε να το αξιοποιήσουμε στην θεραπεία. Πώς δηλαδή μπορεί να αξιοποιηθεί ως μεταφορά. Και με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να σκεφτούμε για το κάθε μέσο σε μία θεραπεία διαμεσολάβησης.

Ξεκινάμε από τα χαρακτηριστικά του, την μορφή του…

1.       Γίνεται σε σκοτάδι, σε μαύρο φόντο.

2.       Είναι δύο διαστάσεων καθώς το ανθρώπινο μάτι ανατομικά δεν μπορεί να διακρίνει πεδίο βάθους όταν τα φόντα είναι μαύρα.

3.       Εξαφανίζεται κάθε μορφή και αντικείμενο που δεν είναι λευκό ή αυτόφωτο (φωσφορούχο) μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που επιβάλλει το φόντο του black light.

Ας εξετάσουμε τα παραπάνω για να δούμε πώς μπορούν λοιπόν να αξιοποιηθούν μεταφορικά.

Το σκοτάδι και το μαύρο

        Το μαύρο είναι χρώμα και ταυτόχρονα απουσία του χρώματος. Ο σούφι ποιητής Rumi αναφέρει ότι το μαύρο είναι η κατανάλωση/απορρόφηση όλων των χρωμάτων.

        Το σκοτάδι αγκαλιάζει και καλύπτει, παραπέμπει στο χάος και την άβυσσο. Σαν τη μαύρη τρύπα που μας απορροφά και μας εξαφανίζει. Ποιος δεν έχει αισθανθεί αυτή την αμηχανία όταν γίνεται αόρατος, ή σχεδόν αόρατος, όταν για πρώτη φορά ανεβαίνει στην σκηνή του μαύρου θεάτρου…Κοιτάζουμε τα χέρια μας σαν τα βρέφη που μόλις τα ανακαλύπτουν. Αυτή η εμπειρία είναι ταυτόχρονα ανησυχητική αλλά και καθησυχαστική. Μπορεί να είναι αγωνιώδης αλλά και διασκεδαστική. Σίγουρα όμως παραπέμπει σε αυτό που είχε περιγράψει ο Φρόυντ ως ανησυχητική ξενότητα.

      Το μαύρο συνδέεται με την παρακμή, τους καταραμένους, τη βρωμιά…

       Σκοτεινό επίσης είναι το ασυνείδητο που κρύβει και καλύπτει μέσω της απώθησης.  Εκεί βρίσκονται τόσο το τραυματικό όσο και άλλο φαντασιωτικό υλικό. Αυτή η κάλυψη, η συσκότιση μπορεί να προκαλεί προβλήματα στη ζωή όσο παραμένει ακατέργαστο το πρωτογενές υλικό, αλλά από την άλλη έχει ως στόχο την προφύλαξη του ψυχισμού. Άλλωστε το σκοτάδι προφυλάσσει με το να αφανίζει την εικόνα και όχι να εξαφανίζει το αντικείμενο.

      Το μαύρο παραπέμπει στον θάνατο αλλά σε άλλους πολιτισμούς, όπως στην αρχαία Αίγυπτο σχετίζεται με την ζωή. Είναι κρίσιμο γιατί όποιος μπει σε αυτό μπορεί να χαθεί ή αν βγει έχει βγει κερδισμένος.  Οι Ιάπωνες βλέπουν στο μαύρο την μετουσίωση και τον εξαγνισμό των συναισθημάτων. Και πράγματι, χρειάζεται να βιώσουμε την πιο δυνατή λύπη κατά το πένθος για παράδειγμα και όχι να το αποφύγουμε, αν θέλουμε πράγματι να ελευθερωθούμε από αυτό. Χρειάζεται να φτάσουμε στο βάθος των συναισθημάτων για να απελευθερωθούμε από τραυματικά γεγονότα ή από τις απώλειές μας και να τα αποχαιρετήσουμε για πάντα. Το μαύρο, παρά τους κινδύνους που περιέχει, και ο κίνδυνος είναι να παραμείνει κανείς σε αυτό και να μην καταφέρει να εξέλθει, είναι το κρυμμένο κέντρο, το απόκρυφο. Η φωτεινή σκοτεινότητα της αυτοκατανόησης…

       Ο βυθός επίσης είναι μαύρος και σκοτεινός κι όταν κάποιος πιάσει πάτο ή πνίγεται, ή ανέρχεται προς το φως. Όπως την πιο σκοτεινή στιγμή της νύχτας διαδέχεται το φως…

       Ο φόβος για το σκοτάδι είναι αρχέγονος και τον συναντάμε ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία. Και φοβόμαστε το σκοτάδι γιατί καλύπτει, γιατί μας απορροφά και μας κάνει και μας αόρατους, γιατί μοιάζει με τον κάτω κόσμο, τον θάνατο. Άλλωστε ο Έρεβος στην μυθολογία είναι γιος του Χάους και της Γαίας, αλλά και ο τόπος στον Άδη.

      Το πρόβλημα είναι ότι όσο πιο πολύ κανείς φοβάται κατά την ενήλικη ζωή το σκοτάδι και το αποφεύγει, τόσο πιο πολύ απομακρύνεται και από το φως και συσκοτίζεται η συνείδησή του. Το λέει ξεκάθαρα ο Γιουνγκ μέσα από την θεωρία του για την σκιά. Όποιος δεν αναγνωρίζει την σκιά του (το σκοτεινό τμήμα του εαυτού που προτιμούμε να το βλέπουμε στους άλλους μέσω της προβλητικής ταύτισης παρά να το  αναγνωρίσουμε στους εαυτούς μας γιατί δεν μας αρέσει) τόσο θα χαλάει τις σχέσεις του.

      Η πηγή κάθε δημιουργικότητας είναι το σκοτάδι. «Εν αρχή ην το χάος» άλλωστε σε κάθε κοσμολογία. Αλλά πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστεί  ο φόβος και να διαθέτει κανείς εσωτερικά εφόδια ή εξωτερική βοήθεια, ανάλογη του μίτου της Αριάδνης.

    Πολλοί καταραμένοι καλλιτέχνες που ονομάζονται και σκοτεινοί έχουν έρθει σε επαφή με το σκοτάδι. Και πολλοί έμειναν εκεί και χάθηκαν. Η έλξη προς την ανυπαρξία, την επιστροφή στην ανόργανη ύλη, η φροϋδική αρχή του θανάτου παραμένει πάντα μία απειλή…

 Λέει η Sylvia Plath για το δικό της σκοτάδι:

«Τρομοκρατούμαι από αυτό το μαύρο πράγμα που κοιμάται μέσα μου. Όλη μέρα αισθάνομαι τα απαλά φτερουγίσματά του, την κακεντρέχειά του».

Και η δική μας Κατερίνα Γώγου λέει στο «Για την αποκατάσταση του μαύρου»:

«‘Ασπρη είναι η αρία φυλή, η σιωπή, τα λευκά κελιά, το ψύχος, το χιόνι, οι άσπρες μπλούζες των γιατρών, τα νεκροσέντονα, η ηρωίνη…

Αυτά λίγο πρόχειρα για την αποκατάσταση του μαύρου».

       Το μαύρο εμφανίζεται ως ο άλλος πόλος του λευκού. Αλλά και η υπερβολική λευκότητα είναι εκτυφλωτική. Το λευκό θεωρείται επίσης ψυχρό..

      Μαύρο και λευκό συνδέονται με την γνώση… «Αυτός που έχει μαύρα μεσάνυχτα» βρίσκεται στον αντίποδα «αυτού που έχει πάρει την φώτιση». Αλλά από την άλλη ο Τειρεσίας και ο τυφλός Οιδίποδας γνωρίζουν όντας στο σκοτάδι της τύφλωσης όσα πριν δεν ήξεραν.

      Το δίπολο λευκού και μαύρου το βιώνουν με μεγάλη ένταση οι έφηβοι και οι εξαρτημένοι στη δυτική κοινωνία. Είναι οι άνθρωποι που δεν μπορούν να διακρίνουν άλλες αποχρώσεις και καταλαμβάνουν ακραίες θέσεις. Και σε τέτοιους πληθυσμούς το μαύρο θέατρο μπορεί να δουλέψει εξαιρετικά τέτοια θέματα.

      Το σκοτάδι του μαύρου θεάτρου δεν έχει να κάνει με τον μηδενισμό της αυτοκαταστροφής. Αντίθετα, γίνεται η βασική προϋπόθεση της δημιουργίας και της μετουσίωσης. Και η μετουσίωση ανήκει στις πιο εξελιγμένες μορφές άμυνας του ψυχισμού.

      Αυτά τα στοιχεία του μαύρου θεάτρου το κάνουν ένα εξαιρετικό μέσο για να δουλέψει κανείς με τους κάθε λογής καταραμένους λοιπόν. Κι αυτό γιατί είναι ένα μέσο που τους ασκεί έλξη. Μόνο που το μαύρο θέατρο παραμένει θέατρο, και μάλιστα έχοντας θεραπευτικό στόχο  επιτρέπει  μία ανάδυση, μία εμφάνιση, ενώ ταυτόχρονα κάθε ναρκισσιστικό πρόβλημα, τραύμα ή έλλειμα καλύπτεται και το υποκείμενο παραμένει προστατευμένο…

      Διαθέτουμε λοιπόν ένα είδος θεάτρου που είναι το αντίθετο από αυτό που έχουμε συνηθίσει να λέμε θέατρο. Το μαύρο θέατρο λειτουργεί σαν αρνητικό του φιλμ. Αποτελεί το αντίδοτο της κοινωνίας του θεάματος, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει ένα μοναδικό θέαμα χωρίς να απειλείται η εικόνα του σώματος. Το σώμα εξαφανίζεται αλλά παραμένει εκεί. Η εικόνα του μπορεί να ανακατασκευάζεται και να παρουσιάζεται όπως το υποκείμενο επιθυμεί, δουλεύοντας ταυτόχρονα τη ναρκισσιστική του προβληματική χωρίς να αιμορραγεί ψυχικά.  Από τη μια καλύπτει και από την άλλη παραμένει θέατρο. Και αυτό είναι που δίνει όλη του την μαγεία.

      Αυτή η μαγεία δεν είναι μόνο η σαγήνη που ασκεί στους όποιους ρομαντικούς και καταραμένους.

      Δεν έχουμε πολλές ευκαιρίες να μπούμε σε έναν κόσμο άλλων διαστάσεων. Είμαστε φτιαγμένοι να αντιλαμβανόμαστε τρισδιάστατα. Μόνο το μαύρο φόντο μας εισάγει στην δύο διαστάσεων αντίληψη.

      Καταλαβαίνουμε νωρίς ένα αυτιστικό παιδί γιατί δεν δείχνει με το δάκτυλο στη μητέρα ένα τρίτο αντικείμενο. Αυτό γίνεται γιατί το αντιληπτικό του πεδίο δεν επιτρέπει αυτή την τριγωνοποιημένη σχέση που εισάγει το βάθος πεδίου. Η αντίληψή του είναι θα λέγαμε δύο διαστάσεων και αυτό είναι που κάνει τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος εξαιρετικά διεισδυτικά και απειλητικά, εξαιρετικά έντονα αφού δεν υπάρχει απόσταση και η μόνη λύση είναι  να γίνει ο εαυτός κέλυφος.

      Κάπως έτσι λειτουργεί και η αντίληψη αυτού που έχει μπει σε ψυχωτική κατάσταση. Μην βρίσκοντας την σωστή απόσταση με τα αντικείμενα, αυτά διεισδύουν μέσα του κι έτσι αισθάνεται ότι ακούει τις σκέψεις των άλλων ή ότι ο άλλος διαβάζει την σκέψη του.

      Με το μαύρο θέατρο μπορούμε να επικοινωνήσουμε τόσο με τον αυτιστικό όσο και με τον ψυχωτικό στη γλώσσα τους. Το μέσο δηλαδή κτίζει μία αντιληπτική γέφυρα κατανόησης. Ιδιαίτερα με τον ψυχωτικό μπορούμε να μπούμε και στον κόσμο της ψευδαίσθησης του. Όπως είπαμε όμως, το μαύρο θέατρο δεν το προτείνω ως μία τεχνική που μπορεί να εφαρμοστεί εξαρχής με τον ψυχωτικό. Κι αυτό γιατί το σκοτάδι επιτρέπει την ανάδυση της φαντασίωσης πολύ περισσότερο από ό,τι το φως. Έχοντας όμως δομήσει μία καλή σχέση μαζί του, έχοντας δουλέψει με άλλα μέσα αρκετό καιρό, το μαύρο θέατρο μπορεί να απομυθοποιήσει την τόσο καταδιωκτική ψευδαίσθηση του και να την συμβολοποιήσει, αφού μπορεί να μετατρέψει το εσωτερικό απειλητικό αντικείμενο (την ψευδαίσθηση) σε ένα εξωτερικό αντικείμενο-την παράσταση και να γίνει κοινή εμπειρία με τον θεραπευτή αλλά και τα άλλα μέλη της ομάδας. Και όταν η ψευδαίσθηση γίνεται συλλογική, παύει να αποτελεί ψευδαίσθηση και γίνεται πραγματικότητα. Γιατί όπως λέει και ο Αινστάιν «Η πραγματικότητα είναι ψευδαίσθηση αλλά είναι επίμονη»…

         Η τρέλα παύει να είναι τρέλα όταν επικοινωνείται. Όταν δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια. Σε αυτή την περίπτωση ανήκει και η περίπτωση του σαμάνου άλλωστε. Όταν ο άλλος καταλαβαίνει τον ψυχωτικό, τότε η ένταση πέφτει, η αγωνία καταλαγιάζει, η ψευδαίσθηση υποχωρεί… φυσικά όχι από τη μια μέρα στην άλλη αλλά σταδιακά.

        Το μαύρο θέατρο είναι επίσης εξαιρετικό εργαλείο για να δουλέψει κανείς με τα θέματα της εικόνας, του ναρκισσισμού. Αλλά και διαφόρων μορφών κοινωνικής φοβίας. Επίσης είναι εξαιρετικό μέσο για την κατάθλιψη.

        Ο καταθλιμμένος που ζει ήδη στο σκοτάδι βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον. Μόνο που στις συνθήκες του τεχνητού σκοταδιού καλείται να δράσει, να δημιουργήσει, να αναδυθεί μέσα από την μετουσιωτική διαδικασία. Γιατί το μαύρο θέατρο δίνει εξαιρετικές δυνατότητες δημιουργικότητας. Μπορεί κανείς να κάνει στην κυριολεξία τα αδύνατα δυνατά. Να οραματιστεί. Η ιδέα γεννιέται στο σκοτάδι σαν τις λάμπες στα σκίτσα.

        Έτσι, το μαύρο του συγκεκριμένου θεάτρου αποκτά έναν τελετουργικό χαρακτήρα στην θεραπεία. Είναι μία έκ-πληξη, μία έκ-σταση, εισάγει σε μία ανοικεία κατάσταση όπου νέα πράγματα μπορούν να γεννηθούν. Η νέα δυνατότητα εμφανίζεται πάντα μακριά από την συνήθεια, την έξη και τον θόρυβο της καθημερινότητας. Όπως νέα πράγματα μπορεί να γεννηθούν όταν βλέπουμε ένα όνειρο που μας κάνει εντύπωση. Γιατί όπως το όνειρο γεννιέται στο μαύρο φόντο του ύπνου έτσι και το ασυνείδητο περιεχόμενο εμφανίζεται καλυμμένο μέσα στο φόντο του μαύρου θεάτρου. Και τα δύο περιεχόμενα εντυπώνονται και γενούν ερωτήματα που ζητούν λύσεις στο υποκείμενο. Το κινητοποιούν δηλαδή. Και επειδή πρόκειται για μορφή τέχνης, το συγκινούν κι όλας. Το μετακινούν σε μία νέα κατάσταση επεξεργασίας του ως εκείνη τη στιγμή απωθημένου υλικού και τα συμπτώματα ήδη  βρίσκονται καθοδόν προς την εξαφάνισή τους εφόσον βέβαια η όλη διαδικασία συνοδεύεται από ένα καλό κράτημα «holding».

       Και μιας και είναι ισημερία σήμερα, εύχομαι ίσες και εναλλασσόμενες ποσότητες φωτός και σκοταδιού, γιατί και τα δυο χρειαζόμαστε.

Σας ευχαριστώ πολύ!


Βιβλιογραφία

Casati R., 2004, “Η ανακάλυψη της σκιάς», Αθήνα: Εκδόσεις του 21ου.

Chouvier B., (Ed.),  1998, "Matière à symbolisation", Paris: Delachaux et Niestlé.

Γώγου Κ., 1978, "Τρία κλικ αριστερά", Αθήνα: Καστανιώτης.

Freud S., «L’inquétante etrangété et autres éssais”, Paris: Gallimard.

Martin K., (Ed.) 2010,  "The book of symbols", Köln: Taschen. 

Σταύρου Δ., 2012, “Επιδιορθώνοντας τον ραγισμένο καθρέφτη: Τα πλεονεκτήματα της δραματοθεραπευτικής μεθόδου στην αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας” Διάλεξη στο Ευρωπαϊκό συνέδριο δραματοθεραπείας και παιγνιοθεραπείας, το Νοέμβριο στην Αθήνα. Προσβάσιμο στον σύνδεσμο: http://drama-mediation.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html  

Σταύρου Δ., 2010, "Πολυδιαμεσολαβήσεις στην θεραπεία και στην επιμόρφωση: η ρήξη και ο συνδυασμός των μεθόδων για την παρέμβαση σε ομάδες", μέσα στο Υπερνεωτερικό υποκείμενο (Επιμ.) Κλ. Ναυρίδης  και Ν. Χρηστάκης, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Σταύρου Δ. 2010, «Έρωτας και θάνατος στη δραματοθεραπεία», Διάλεξη στο 2ο Πανελλήνιο συνέδριο Δραματοθεραπείας και Παιγνιοθεραπείας, Αθήνα: Χαροκόπειο πανεπιστήμιο 26-28 Νοεμβρίου.