Το θέατρο είναι η καλύτερη ενσάρκωση της άλλης σκηνής
Andr
é Green

11 November 2007

H μέθοδος της ψυχαναλυτικής ατομικής δραματοθεραπείας στη θεραπεία ενός περιστατικού με αγχώδη διαταραχή και κρίσεις πανικού(CASE STUDY)

(Ελεύθερη ανακοίνωση με τον τίτλο: Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΝΟΣ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ ΜΕ ΚΡΙΣΕΙΣ ΠΑΝΙΚΟΥ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΜΑΤΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ (CASE STUDY), στο πρώτο πανελλήνιο συνέδριο Δραματοθεραπευτών και Παιγνιοθεραπευτών Ελλάδας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Μάιος 2007). (After the greek text, there is the translation in English) 

 Ως γνωστόν η δραματοθεραπεία έχει διαφορετικές εκφάνσεις. Άλλοτε εμφανίζεται περισσότερο ανθρωπολογική και άλλοτε περισσότερο θεατρική. Μπορεί να βασίζεται στην ιδέα ότι η ίδια η εκφραστικότητα είναι από μόνη της θεραπευτική, ή γίνεται περισσότερο ψυχολογική. Αυτή η ποικιλία των προσεγγίσεων δεν αποτελεί μειονέκτημα της μεθόδου, ούτε κίνδυνο αλλοίωσης της ταυτότητάς της. Αντίθετα, δίνεται η ευκαιρία να αναπτύσσεται και να εξελίσσεται τόσο σε επίπεδο πρακτικής, όσο και θεωρίας. Σε όποια μορφή και αν εμφανίζεται, και αυτό σχετίζεται κυρίως με την ταυτότητα του δραματοθεραπευτή, η δραματοθεραπεία ακολουθεί κάποιους κοινούς κανόνες που έχουν να κάνουν με:
 • Την θεραπευτική χρήση της μεταφοράς
• Την ιδέα ότι η έκφραση είναι θεραπευτική
• Την αξιοποίηση της "αισθητικής απόστασης" (S. Jennings)

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων φάνηκε μέσα από την κλινική πρακτική, ιδιαίτερα σε ψυχοπαθολογίες περισσότερο σοβαρές, ότι υπήρχαν θέματα που δεν ήταν εύκολο ή ήταν σχεδόν αδύνατον να μοιραστούν στην ομάδα. Αυτά τα θέματα ήταν συχνά θέματα/ταμπού όπως ήταν η αιμομιξία, η σεξουαλική κακοποίηση, η ομοφυλοφιλία, η παραβατικότητα, η χρήση ουσιών, η πάθηση από κάποιες ασθένειες όπως το AIDS κ.ά.

 Ήταν κυρίως για την αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων που ξεκίνησα να δουλεύω δραματοθεραπευτικά σε ατομικό επίπεδο. Η ατομική δραματοθεραπεία που εφαρμόζω έχει επηρεαστεί από τον ψυχαναλυτικό τρόπο δουλειάς και ιδιαίτερα από το ρεύμα μελέτης της θεραπευτικής διαμεσολάβησης όπως συναντιέται σήμερα στη Γαλλία και το Βέλγιο κυρίως, με κυριότερους εκφραστές ψυχαναλυτές όπως οι Β. Chouvier, R. Roussillon, Ant. Masson κ.ά. Σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο δουλειάς, μεγάλη έμφαση δίνεται στα φαινόμενα μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης, τα οποία και αναλύονται, όπως συμβαίνει στις κλασικές ψυχαναλυτικές συνεδρίες.

Το πλαίσιο της θεραπείας, το οποίο και γνωστοποιείται στον θεραπευόμενο από την πρώτη συνεδρία, αναδεικνύεται ως πολύ σημαντικό. Ορίζεται η μέρα και η ώρα της εβδομαδιαίας συνεδρίας και οι διακοπές του έτους. Αν χαθεί κάποιο ραντεβού από ευθύνη του θεραπευομένου, τότε χρεώνεται κανονικά την συνεδρία που χάθηκε. Οι χρόνοι διατηρούνται με συνέπεια, το ίδιο και η μορφή των συνεδριών. Συγκεκριμένα, η μορφή αυτή περιλαμβάνει δύο τμήματα λόγου, στην αρχή και στο τέλος και τη διαμεσολάβηση της συμβολικής πράξης. Κατά τα διαστήματα του λόγου εφαρμόζεται η καλοπροαίρετη ουδετερότητα, κάτι που επιτρέπει τη μεγαλύτερη ανάδυση μεταβιβαστικών φαινομένων.
 Στην αρχή της συνεδρίας ο λόγος δίνει τη δυνατότητα στον θεραπευόμενο να φέρει υλικό, πάνω στο οποίο βασίζονται οι δράσεις που του προτείνονται. Παρεμβαίνει ενεργητικά στις τεχνικές που θα χρησιμοποιηθούν στη συνέχεια. Είναι σαν να φέρνει τις πρώτες ύλες, όπως κάποτε έλεγε και ο δικός μου αναλυτής, για να μαγειρέψουμε μαζί μετά. Κατά τη διάρκεια της πράξης, ή της παραγωγής του συμβολικού προϊόντος, τόσο ο θεραπευόμενος, όσο και ο θεραπευτής αλλάζουμε διάσταση. Για να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση σε αυτή την μετάβαση, αλλάζουμε και τον τρόπο ύπαρξης στον χώρο. Κατά τη διάρκεια των φάσεων λόγου καθόμαστε σε καρέκλες απέναντι, ενώ κατά τη διάρκεια των δράσεων είτε βρισκόμαστε στη σκηνή, είτε καθόμαστε σε μαξιλάρια στο πάτωμα. Ο θεραπευτής στη φάση αυτή γίνεται διευκολυντής της δράσης και μπορεί να παίζει μαζί με τον θεραπευόμενο, εφόσον ο τελευταίος χρειαστεί συμπρωταγωνιστή. Η χρήση αυτή του θεραπευτή από τον θεραπευόμενο δεν είναι ξένη από την ψυχαναλυτική πρακτική. Το ίδιο συμβαίνει και κατά τη διάρκεια της ψυχαναλυτικής συνεδρίας, με τη διαφορά ότι δεν υπάρχει άλλη δράση πέραν του λόγου και της φαντασίας. Αυτή η διττή ταυτότητα του θεραπευτή (της καλοπροαίρετης ουδετερότητας και της ενεργητικής συμμετοχής στις δράσεις) θυμίζει τον ηθοποιό που αλλάζει ρόλο. Η σκηνή εδώ δεν είναι μόνο για τον θεραπευόμενο, αλλά και για τον θεραπευτή. Τέλος, υπάρχει η τελευταία φάση της συνεδρίας, κατά την οποία, ό,τι βιώθηκε στη φάση της δράσης, γίνεται λόγος προκειμένου να γίνει τμήμα της συνείδησης. Είναι η στιγμή της ανάδυσης του νοήματος. Ο θεραπευτής εδώ μπορεί να προτείνει ερμηνείες πάνω στο δρώμενο, με τρόπο ανάλογο των ψυχαναλυτικών ερμηνειών. Οι ερμηνείες αυτές δεν παράγονται αυθαίρετα. Συγκατασκευάζονται με τον θεραπευόμενο, γίνεται προσπάθεια να δίνονται σε σωστό χρόνο, και με σωστό τρόπο προκειμένου να επιτρέψουν την ψυχική ζύμωση.

Ας δούμε στην πράξη την εφαρμογή της μεθόδου μέσα από το περιστατικό του Κ. που υπέφερε από διαταραχή πανικού. Μετά από ατομική δραματοθεραπεία ενός έτους, με εβδομαδιαίες συναντήσεις, ο Κ. κατάφερε να απαλλαγεί από τα συμπτώματα και την φαρμακευτική αγωγή.

Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM ΙV, οι κρίσεις ή προσβολές πανικού ανήκουν στην κατηγορία των αγχωδών διαταραχών. Εκφράζεται ως μία περίοδος φόβου ή δυσφορίας, κατά την οποία εμφανίζονται αιφνίδια και κορυφώνονται μέσα σε δέκα λεπτά της ώρας τέσσερα ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα: • Ταχυκαρδία • Εφίδρωση • Τρεμούλα ή έντονος τρόμος • Αίσθημα λαχανιάσματος ή ασφυξίας • Αίσθημα πνιγμού • Πόνος ή δυσφορία στον θώρακα • Ναυτία ή κοιλιακή ενόχληση • Αίσθημα ζάλης, αστάθειας ή τάση για λιποθυμία • Αποπραγματοποίηση (αίσθημα μη πραγματικού) ή αποπροσωποποίηση (ότι αποσπάται από τον εαυτό) • Φόβος απώλειας του ελέγχου ή ότι θα τρελαθεί • Φόβος θανάτου • Παραισθήσεις • Ρίγη ή αίσθημα ζέστης

Ο Κ. ήρθε μετά από παραπομπή του ψυχιάτρου που τον παρακολουθούσε λόγω των συχνών κρίσεων πανικού που τον ταλαιπωρούσαν τα τελευταία χρόνια. Οι κρίσεις αυτές τον έπιαναν με διαφορετική συχνότητα ανάλογα την περίοδο και είχαν ως συμπτώματα τον φόβο ότι κάποιο αγαπημένο πρόσωπο θα πεθάνει ή κάτι κακό θα πάθει, ταχυκαρδίες, εφίδρωση, ρίγη και δύσπνοια.

 Ο Κ. ήταν το μεγαλύτερο παιδί σε μία τετραμελή οικογένεια. Είχε και μία μικρότερη κατά δύο χρόνια αδερφή. Η μητέρα τους, κυρίως, θεωρούσε πολύ εύθραυστη την αδερφή του, ενώ τον ίδιο πολύ δυνατό και ικανό. Οι γονείς ήταν μαζί κατά την παιδική ηλικία των παιδιών και η σχέση τους ήταν ταραγμένη. Χωρίσανε και έμειναν χωρισμένοι για δύο χρόνια περίπου. Έπειτα ξανασμίξανε και ξαναπαντρεύτηκαν (τους δόθηκε ευχή από ιερέα). Κατά τον πρώτο χρόνο της επανασύνδεσης και ενώ ο δεκαεπτάχρονος Κ. βρισκόταν στην τρίτη μέρα των πρώτων διακοπών που είχε πάει με τους φίλους του, οι γονείς σκοτώνονται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η οικογένεια δεν ήταν εύπορη. Ξαφνικά, τέθηκε ένα ζήτημα επιβίωσης καθώς δεν υπήρχαν πόροι. Οι συγγενείς τηλεφώνησαν στον Κ. και τον ενημέρωσαν στο νησί που βρισκόταν για τον θάνατο των γονιών του. Από τότε αρχίζει ο αγώνας επιβίωσης τόσο της δικής του, όσο και της αδερφής του, την οποία και ανέλαβε να προστατέψει. Ο Κ. μόλις είχε τελειώσει το λύκειο. Είχε σκοπό να συνεχίσει σπουδές, αλλά το σχέδιο διακόπηκε από τον αιφνίδιο θάνατο των γονέων και άρχισε να δουλεύει. Άλλαξε πολλές και διαφορετικές δουλειές για να καταλήξει στην δουλειά που κάνει σήμερα και τον ικανοποιεί, σε εταιρεία πληροφορικής. Οι σχέσεις με την ευρύτερη οικογένεια ήταν κακές, καθώς ο Κ. ένοιωσε ότι δεν τους στήριξαν ουσιαστικά. Αντίθετα, οι εξωοικογενειακές σχέσεις του έδιναν χαρά και ικανοποίηση. Διατηρούσε σχέση δέκα χρόνων με μία κοπέλα, την οποία και παντρεύτηκε λίγους μήνες μετά το πέρας των δυαδικών συνεδριών μας. Είχε επίσης κάποιους αγαπημένους φίλους, ενώ ήταν συμπαθής στο εργασιακό του περιβάλλον.

Η κλινική εικόνα του έδειχνε έναν νέο άντρα έξυπνο, με κοινωνικές δεξιότητες και ευφράδεια λόγου. Έτρωγε τα νύχια του και παρά το γεγονός ότι είχε παραπανίσια κιλά, ήταν μάλλον εμφανίσιμος. Το κίνητρό του για θεραπεία ήταν πολύ ισχυρό.

Εξίσου ισχυρές είχαν αποδειχθεί στο παρελθόν και οι αντιστάσεις του. Είχε ήδη διακόψει την ψυχοθεραπεία του (ομαδική και ατομική) επειδή απουσίαζε συχνά λόγω επαγγελματικών ταξιδιών. Είχε υπάρξει μέλος θεραπευτικής ομάδας αναλυτικού τύπου για δύο χρόνια και είχε δυαδικές συναντήσεις με τον ψυχίατρο που έκανε την παραπομπή. Έπαιρνε επίσης φαρμακευτική αγωγή αυξημένης δοσολογίας. Όποτε γινόταν προσπάθεια μείωσης των δόσεων, οι πανικοί επέστρεφαν.

Ο Κ. ήταν καλός συνομιλητής. Η άνεσή του όμως περιοριζόταν στον λόγο. Είχε μία πολύ κακή σχέση με το σώμα του (του οποίου το παραπάνω βάρος απέδιδε ο ίδιος στα φάρμακα, κάτι που διέψευδε ο ψυχίατρος). Πριν έρθει σε εμένα, ο συνεργάτης μου τον είχε στείλει σε μία χοροθεραπεύτρια, με σκοπό την βελτίωση της σχέσης του Κ. με το σώμα και την κίνησή του. Μετά το πρώτο ραντεβού τους, όπως μου είπε ο Κ., έφυγε τρέχοντας και δεν ξαναπάτησε γιατί ένοιωσε απαίσια στο ότι έπρεπε να χορέψει και να κινηθεί. Η ανάπτυξη των εκφραστικών του μέσων ήταν ένα από τα αιτήματά του. Μου ανέφερε ότι η κοπέλα του του ζητούσε να είναι περισσότερο εκφραστικός. Ο ίδιος αναγνώριζε αυτή την αδυναμία του και ήθελε να την βελτιώσει.

Στο πρώτο ραντεβού μας, ήρθε με καθυστέρηση περίπου ενός τετάρτου, φορώντας μία κόκκινη μπλούζα με το μήνυμα «I am aggressive». Όντας πολύ ευγενικός μου εξήγησε ότι είχε αργήσει γιατί τον πήρε ο ύπνος. Φρόντισε επίσης να με ενημερώσει ότι ενδέχεται να απουσιάζει συχνά λόγω δουλειάς. Επίσης με ενημέρωσε ότι τα χρήματα των συνεδριών μας του φαίνονταν πολλά και ότι θα τον βόλευε περισσότερο αν κάναμε τις συνεδρίες μας δύο φορές τον μήνα (κάθε δεκαπενθήμερο). Πράγματι, οι οικονομικές δυνατότητες του ήταν πολύ περιορισμένες. Μου πρότεινε επίσης μία μέρα για τα ραντεβού μας κατά την οποία έλειπε λιγότερο εξαιτίας των ταξιδιών. Του εξήγησα ότι θα έπρεπε να δεσμευτεί στην εβδομαδιαία μας συνάντηση και ότι δεν θα δεχόμουν να δουλέψω μαζί του με αραιές συνεδρίες. Εγώ δεσμεύτηκα στο να του μειώσω  την τιμή των ραντεβού μας, προκειμένου να ελαχιστοποιήσω τις αντιστάσεις του και να ορίσουμε τις συνεδρίες μας στην μέρα που είχε προτείνει. Τέλος, τον ρώτησα για την μπλούζα του. Τι ήθελε άραγε να μου πει; Ότι δεν έπρεπε να τον ζορίσω γιατί θα θύμωνε; Με προειδοποιούσε; Με απειλούσε; Και αν ναι, γιατί το έκανε; Μήπως από φόβο; Ήταν φανερό ήδη από το πρώτο μας ραντεβού ότι η απουσία της συναισθηματικής έκφρασης έβρισκε την οδό μέσω άλλων δράσεων, εξίσου συμβολικών με αυτές των δραματοθεραπευτικών τεχνικών μας, αλλά άλλης φύσης, των εκδραματίσεων (acting out). Ο Κ. συνέχιζε να αργεί στα ραντεβού μας. Μετά άρχισε να απουσιάζει και από συνεδρίες. Αυτές οι δυσκολίες που έφερνε, συζητιόνταν με σκοπό να τις κατανοήσει ως εσωτερικές αντιστάσεις που τον κρατούσαν από την θεραπεία του. Στις πρώτες συνεδρίες μας, απέφυγα να προτείνω τεχνικές που απαιτούσαν ικανότητες υψηλής εκφραστικότητας.

Ξεκινήσαμε με τεχνικές που βασίζονταν στον λόγο, με τον οποίο ήταν πολύ εξοικειωμένος. Τεχνικές δημιουργικής γραφής, κειμένου που γεννιόταν από μία εικόνα, από έναν ήχο ή μία μουσική, ήταν οι βασικές πρώτες δράσεις μας. Αργότερα, περάσαμε σε τεχνικές εικαστικές. Εκεί ο Κ. ένοιωθε λιγότερη εξοικείωση. Παρόλα αυτά, κατάφερνε με ενθάρρυνση να παράξει κάποια πρώτα σχέδια. Ήταν ενδεικτική η λιτότητά τους. Σε αυτά τα πρώτα σχέδια, διακρινόταν μία πρόθεση ημισυνειδητή απόκρυψης. Οι άνθρωποι σχεδιάζονταν με πέντε γραμμές και έναν κύκλο, ενώ τα πρόσωπα απουσίαζαν εντελώς. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν γυμνοί από συναισθηματική έκφραση. Ενδεικτικές είναι οι δύο εικόνες που προέκυψαν από την δράση που ακολούθησε την πρόταση μου: «Φτιάξε δύο εικόνες, στη μία θα είσαι εσύ όπως πραγματικά είσαι, και στην άλλη, όπως σε βλέπουν οι άλλοι» Το θέμα της κάλυψης του συναισθήματος ήταν κεντρικό στην ψυχοθεραπεία του. Οι φιγούρες που εμφανίστηκαν στις εικαστικές δράσεις είχαν μία σταδιακή εξέλιξη. Από τα λιτά ανθρωπάκια χωρίς πρόσωπο εμφανίστηκε ο μασκοφόρος ήρωας Spider Man . H εξέλιξη είναι εμφανής. Υπάρχει σώμα αυτή τη φορά, χρώμα και μάτια. Η κάλυψη του προσώπου είναι πια συνειδητή ως αμυντική διαδικασία. Αμυντική είναι και η στάση του σώματος. Η αμέσως επόμενη γκάμα τεχνικών που εισήχθησαν ήταν αυτές σωματικής εκφραστικότητας, μέσω γλυπτών. Σε μία από αυτές τις συνεδρίες, αξιοποιήσαμε το ενδιαφέρον και των δυο μας για τις νέες τεχνολογίες. Η τεχνολογία ήρθε σε αυτή τη συνεδρία ως διπλή διαμεσολάβηση. Έτσι, προέκυψε μία από τις πιο σημαντικές συνεδρίες σύμφωνα με τον Κ.. Η ψηφιακή μηχανή του κινητού τηλεφώνου του Κ. χρησιμοποιήθηκε στην συνεδρία για να συλλάβει κάποιες εικόνες του, τις οποίες τράβηξα εγώ καθώς ήταν στη δράση και μετά τις σχολίασε. Συγκεκριμένα, έπρεπε να επιλέξει μέσα από ένα καπέλο ένα χαρτάκι διπλωμένο κάθε φορά, το οποίο και έγραφε ένα συναίσθημα. Αυτό, έπρεπε να το αναπαραστήσει εκφραστικά, τόσο σωματικά, όσο και εκφραστικά. Η συνεδρία αυτή ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτική και για τους δυο μας. Δυσκολεύτηκε πολύ να αναπαραστήσει τα συναισθήματα ενώ κάποια τα αλλοίωσε εντελώς. Ο θυμός ήταν το συναίσθημα που ήταν εύκολα αναγνωρίσιμο, παρά το γεγονός ότι χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να δημιουργήσει την αναπαράσταση εκφραστικά. Η θλίψη, εμφανίστηκε αλλοιωμένη. Η αναπαράστασή της, όπως την είδε ο ίδιος ο Κ. από τη φωτογραφία, έμοιαζε περισσότερο με το γλυπτό ενός στοχασμού ή σκέψης. Απουσίαζαν παντελώς τα στοιχεία που θα εκδήλωναν θλίψη. Αυτή η αναγνώριση, έφερε ένα πλήθος συνειρμών. Η θλίψη, πράγματι απουσίαζε από τον Κ. Αντί αυτής, ερχόταν η σκέψη μέσω της εκλογίκευσης. Θυμήθηκε το γεγονός του θανάτου των γονιών. Του το είπαν στο τηλέφωνο όταν ήταν στο νησί. «Δεν έκλαψα καθόλου για τον θάνατό τους. Θυμάμαι ότι το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα και που σκεφτόμουν για πολλά χρόνια ήταν «και τώρα τι κάνουμε; Πώς θα επιβιώσουμε;». Το πένθος δεν είχε ποτέ υπάρξει για την απώλεια των γονιών, εξαιτίας του αγώνα για την επιβίωση. Αυτό μπόρεσε να γίνει περισσότερο κατανοητό μέσα από την αναπαράσταση της γραμμής της ζωής του, την οποία και δεν σας παρουσιάζω για λόγους διατήρησης του απορρήτου. Η γραμμή αυτή αναπαριστάται μέχρι τη μέση από τα σχολικά του χρόνια και σηματοδοτείται από τον θάνατο των γονιών. Απουσιάζουν εντελώς τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του (την κοπέλα του, και τους τρεις πιο αγαπημένους φίλους του που μου τους αναφέρει συχνά). Η συνέχεια της γραμμής από το ατύχημα των γονέων αναφέρεται στην εργασιακή του προσπάθεια. Γίνεται νύξη σε διαφορετικές δουλειές ως την στιγμή που βρίσκεται στην δουλειά που είναι σήμερα και είναι καλά. Εκεί ξεσπούν οι κρίσεις πανικού που τον οδηγούν για θεραπεία. Η αρχή είχε γίνει. Από την στιγμή αυτή σταματήσανε οι απουσίες και ο Κ. ήταν πολύ συνεπής. Το περιβάλλον του (η κοπέλα και οι φίλοι του) τον έβλεπαν περισσότερο επικοινωνιακό και εκφραστικό. Φαίνεται, ότι αυτό συνέβαλε και στην μεγαλύτερη επένδυση προς την θεραπεία του. Οι απουσίες του φάνηκαν να είναι κι αυτές ένα είδος κάλυψης, ενός κουκουλώματος. Στο μεταξύ ο ψυχίατρος ελάττωνε τις δόσεις των φαρμάκων, αναγνωρίζοντας και ο ίδιος την πρόοδο του ασθενούς μας. Το θέμα της κάλυψης επανεμφανίστηκε μέσα στις επόμενες συνεδρίες υπό την μορφή φαντάσματος.

Μία ακόμη παράμετρος έρχεται στην επιφάνεια με αυτή τη φιγούρα. Το φάντασμα αναπαριστά κυρίως μία φιγούρα ζωντανού/νεκρού. Για πρώτη φορά, ερχόταν το θέμα του θανάτου και της ζωής μέσα στις συνεδρίες μας. Το φάντασμα ξαναήρθε ως φιγούρα σε πολλές δράσεις. Ποτέ δεν ερχόταν συνειδητά. Προέκυπτε πάντα από το ασυνείδητο του Κ. και ξυπνούσε έναν διάλογο πάνω σε θέματα ζωής και θανάτου. Ο Κ. όντας πια εξοικειωμένος με την μέθοδο, έχοντας κάνει προόδους στις εκφραστικές ικανότητές του και έχοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπό μου, δέχτηκε να εκφραστεί μέσω των ρόλων και της θεατρικής διαμεσολάβησης.

Χρειάστηκε να ξεθάψουμε τους γονείς του. Να παίξουμε μαζί τους σε κάποιες συνεδρίες. Σε αυτές τις δύσκολες συναισθηματικά συνεδρίες, η θεραπεύτρια έγινε πότε ο νεκρός πατέρας, πότε η νεκρή μητέρα, πότε η αδερφή, ακόμη και ο ίδιος ο θεραπευόμενος, όταν εκείνος άλλαζε ρόλο. Το τέλος της θεραπείας αρχίζει να διαφαίνεται όταν έρχεται στην επιφάνεια ένα όνειρο που δραματοποιούμε. «Είναι ένα όνειρο που ερχόταν και ξαναερχόταν ως την στιγμή που ξέσπασαν οι κρίσεις», ξεκινάει την αφήγησή του ο Κ. «Κατηφορίζω για να πάω στο σχολείο. Ακριβώς απέναντι από το σχολείο μένει ένας αγαπημένος μου φίλος, στο σπίτι του οποίου μαζευόμασταν μεγάλη παρέα πριν ή μετά την τάξη. Ξαφνικά, βλέπω πολύ κόσμο μαζεμένο απ’ έξω. Είναι όλοι σκυθρωποί και δεν μιλούν. Πλησιάζω και ρωτάω τι γίνεται. Νοιώθω ένα χέρι στην πλάτη μου. Γυρνώ και βλέπω τον πατέρα μου. Μου λέει: «Πέθανε ο Κ.», ο Κ. είναι ο κολλητός μου. Ξυπνώ αλαφιασμένος». Ο «κολλητός» στο όνειρο έχει το ίδιο όνομα με τον ίδιο. Στο όνειρο αυτό υπάρχει η προβληματική που εμφανίζεται στο σύμπτωμα του πανικού. Άλλωστε, μήπως το ίδιο το σύμπτωμα, όποιο και αν είναι αυτό, δεν αποτελεί μία μεταφορά από μόνο του, ενός απωθημένου νοήματος; Ο φόβος του θανάτου για τους αγαπημένους του εμφανίζεται στο όνειρο. Αυτό όμως που δουλέψαμε μαζί και έγινε τελικά κτήμα στην συνείδησή του είναι ότι η μάσκα του ονείρου έβαλε τον κολλητό να πεθαίνει, ο οποίος έχει και το ίδιο όνομα και όχι αυτόν τον ίδιο. Ο πατέρας εμφανίζεται πισώπλατα και του λέει το άσχημο νέο. Ο πατέρας έχει ήδη εμφανιστεί σε προηγούμενες συνεδρίες να παίζει τον βασικότερο ρόλο διαμόρφωσης του υπερεγώ του Κ. Ο Κ. είναι ακόμη ζωντανός ενώ οι δικοί του πεθαμένοι. Ένα παράξενο συναίσθημα ενοχής εμφανίζεται επειδή κατάφερε να επιβιώσει, ανάλογο με αυτό που περιγράφεται στη βιβλιογραφία ως η ενοχή του επιζήσαντα (βλ. ενδεικτικά τις εργασίες των Des Pres 1980, Nutkiewicz 2003 για τους επιζήσαντες Εβραίους του ολοκαυτώματος).

Η δουλειά πάνω στα αισθήματα ενοχής θα είναι το προτελευταίο τμήμα της δουλειάς που κάναμε σε ατομικό επίπεδο. Τα φάρμακα σταματούν εντελώς. Ο Κ. επιθυμεί να συνεχίσει την δουλειά με σκοπό την επιδίωξη ενός υψηλότερου βαθμού αυτεπίγνωσης.  Αποφασίζουμε από κοινού ότι είναι πια έτοιμος να μπει σε ομάδα. Κατά τη διάρκεια του αποχαιρετισμού της δυαδικής θεραπευτικής κατάστασης, ο Κ. κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον θάνατο του σκύλου του. Ο ίδιος πήγε τον σκύλο για ευθανασία. Ετοιμαζόταν για αυτόν τον αποχαιρετισμό καιρό, καθώς ήξερε ότι το ζώο υπέφερε από καρκίνο. Η τελευταία μας συνάντηση έγινε μετά τον θάνατο του σκύλου. Ανέφερε πόσο πολύ έκλαψε και πως για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια δεν έσφιξε τα δόντια και δεν σκέφτηκε αντί να αισθανθεί.

Οι κρίσεις πανικού δεν ξαναφάνηκαν, ενώ έχει ήδη περάσει ένας χρόνος από το τέλος των δυαδικών μας συναντήσεων.

 «Πεθαίνουμε με τους πεθαμένους Δείτε τους, αναχωρούν και πηγαίνουμε μαζί τους» 
Τ.Σ. Έλιοτ (1962) 
 «Τέσσερα Κουαρτέτα». 

Βιβλιογραφία
Argyropolous, S., Feeney, A., Nutt,D., (2002), Anxiety disorders comorbid with depression: Panic disorder and agoraphobia, London: Martin Dunitz.

Chouvier, B., Roussillon, R.et collectif, (2006), La temporalité psychique : Psychanalyse, mémoire, et pathologies du temps, Paris :Broché.

Chouvier, B., (2004), Les processus psychiques de la médiation, Paris : Broché.

Chouvier, B, (2002), Les processus psychiques de la médiation : Créativité et Travail thérapeutique.

Des Pres, T., (1980), The Survivor: An Anatomy of Life in the Death Camps, NY: Oxford University Press.

Fanos, J., (1996), Sibling loss, NJ: Lawrence Erlbaum Associates.

Hanus, M., (1990), Psychiatrie de l’ Étudiant, Paris: Maloine.

Maser, J., Rachman, S., (Eds), (1988), Panic: Psychological Perspectives, Hillsdale, NJ: Lawrence Erlbaum Associates.

Nutkiewicz, Μ. (2003), Shame, guilt and anguish in Holocaust survivor testimony, in The Oral History Review, Vol. 30.

Root, B., (2000), Understanding panic and other anxiety disorders, Mississippi University Press.

Χαρτοκόλλης, Π., (1991), Εισαγωγή στην Ψυχιατρική, Αθήνα: Θεμέλιο.
------------------------------------------------------------------------------------

(In english)

Treatment of panic attack disorder through individual drama therapy method (case study). (Presented as an intervention, in 1e conference of the Greek Association of Drama and Playtherapists, Harokopeio University, May, 2007) Dimitra Stavrou Psychologist , Dramatherapist PH.D. Candidate Panteion University

 It is well known that drama therapy exists in various forms. Often it is more anthropological or more theatrical and it is mainly based upon the idea that expressiveness alone is by itself curative, or more psychological. This variety of approaches is not necessarily a disadvantage of the method nor is there a risk of falsifying its identity. On the contrary, a chance to develop and evolve is given both in the practical sense and in theory. Regardless of the form it develops, which is relative to the identity of the drama therapist, drama therapy follows some common rules dealing with:
 • therapeutic use of metaphor
 • the concept that expression is therapeutic
 • exploiting the aesthetic distance (Sue Jennings).

It has been evident during the last years through clinical practices, especially in more serious psychopathologies, that there were issues which were difficult or almost impossible to share with the group. These were often taboo/issues, such as incest, sexual abuse, homosexuality, law violation, substance abuse, diseases like AIDS etc. Dealing with such problems was mainly the reason for me to start working on a personal basis in drama therapy. I apply a private drama therapy that has been influenced by psychoanalytical methods of work and in particular by current study trends of therapeutic intervention applied today basically in France and Belgium, by the most distinctive expression psychoanalysts, as B.Chouvier, R.Roussillon, Ant. Masson and others. According to this manner of work, strong emphasis is given on analyzing transfer and counter-transfer phenomenon, similar to typical psychoanalysis sessions. The therapy ground which is notified to the patient, from the first session, proves to be very important. Day and time of weekly sessions as well as the yearly intermissions are scheduled. If an appointment is missed on the patient’s responsibility, the missed session is regularly charged. Session periods are maintained with consistency, same as the session procedure. More specifically this procedure includes two sessions of initial and final discussion and the intervention of the symbolic act. In discussion phases, well-intentioned neutrality is applied that allows wider emersion of transfer phenomenon. In the beginning of the session, discussion gives the person under treatment the ability to bring issues upon which the actions suggested are based. He/she intervenes actively on the techniques used in the process. As my analyst used to say, it is as if he/she brings the ‘ingredients’ so we can both go on ‘cooking’. During the act or the production of the symbolic material, both patient and therapist alter their dimension. In order to emphasize this transfer further we also change the way of existing in space. During the different discussion phases, we sit on chairs opposite one another, while during the action phases, we are either on stage or sit on cushions on the floor. At this phase the therapist facilitates action and is able to play with the patient, in case the latter will be in need of a partner. In psychoanalysis practice, the therapist is often used by the patient. Same thing happens during the psychoanalysis session which varies in that there is no other action, besides speaking and imagining. This dual identity of the therapist (well-intentioned neutrality and active participation) reminds of the actor who changes roles. The stage here doesn’t only exist for the patient but also for the therapist. Finally, in the last phase of the procedure, everything that was experienced in the phase of the action turns into discussion so that it can become part of consciousness. It is the time that meaning emerges. The therapist may now suggest interpretations for actions in a proportional way to psychoanalytic explanations. Those interpretations are not arbitrarily produced; they are construed in cooperation with the patient, and an effort is made to be given at the right time and in the proper way so that psychological effervescence is allowed. We can see the application of the method in action, through K. who suffered panic disorder. After a year of weekly sessions in private drama therapy, K. managed to get rid of his symptoms and medication. According to the diagnostic criteria of DSMIV, crises and panic attacks are included in the category of stress disorders. They are expressed as a phobia and discomfort phase, when four or more of the following symptoms suddenly appear and culminate within a period of ten minutes: Tachycardia Perspiring Shakes or intensive fear Feeling of panting or suffocation Sense of asphyxia Pain or chest discomfort Nausea – stomach troubles Sense of dizziness, instability, fainting Dis-realization (feeling of non-real) Dis-personification (detachment from one’s self) Fear of loss of control or of going crazy Fear of death Hallucinations Quivers or sense of heat K. came to me after his attending psychiatrist’s recommendation, because of frequent panic attacks that troubled him over recent years. Panic attacks struck him at a varying frequency, depending on the period. The symptoms were fear of a dear person dying or a grave misfortune happening to him, tachycardia, perspiring, quivers and dyspnoea . K. was the oldest child of a family of four. He had a sister who was two years younger. Their mother, mainly believed that her daughter was very frail, and on the other hand that K. was very strong and competent. The parents stayed together while their children were growing up but their relationship became unbearable. They got a divorce and remained apart for approximately two years. After that period, they got back together again and re-married (they were given a blessing by a priest). In the first year of their re-union and whilst the seventeen year old K. was on the third day of his holiday alone with his friends for the first time, his parents got killed in a car accident. The family was not wealthy. All of a sudden the issue of survival emerged, since there was no income at all. Relatives called K. on the island and informed him of his parents’ death. At this point, struggle for survival began both for him and his sister, whom he would also have to protect. K. had just graduated from high-school. He intended to continue with his studies, but his plans fell through because of his parents’ sudden death as he had to start working. He tried quite a few jobs until he found a very satisfying position in a software company, where he has been working until today. Relations with the rest of the family grew worse, as K. felt that they didn’t support him and his sister enough. On the contrary, relations outside the family gave him joy and satisfaction. He had a ten year relationship with his girlfriend whom he married a few months after the end of our dual sessions. He also had some dear friends and was very winsome in his working environment. His clinical picture showed a young man, bright with social skills and eloquence of speech. He was biting his fingernails and despite the fact he was a bit overweight, he was rather handsome. His motive for therapy was very strong. In the past, his resistance had been proved equally strong. He had already interrupted (his private as well as group) psychotherapy due to his frequent absence on business trips. He had joined a group of therapy by analysis for two years, and had attended dual sessions with the psychiatrist who recommended me to him. He was also under medication of an increased dosage. Whenever an attempt was made to reduce the doses, panic attacks returned. K. was a good interlocutor. His efficiency though was confined only in discussion, while he had a very bad relation with his body (being overweight was rendered by him to the medicine, something that his psychiatrist contradicted). Before he came to me my associate had recommended a dance therapist to him with a purpose of improving K.’s relation with his body and motion. As K. confided in me, he had left running after their first meeting and never went back because he felt awful having to dance and move. Development of his ability for expression was one of his requests. He mentioned that his girlfriend was asking him to be more expressive. K. himself had realized this weakness and wanted to improve it. On our first appointment he showed up with a quarter of an hour delay, wearing a red T-shirt with a signed stamp saying “I am aggressive”. Politely indeed he apologized for having been late because he had fallen asleep. He also informed me that most likely he was going to be absent often due to work. He also let me know that the charges for our sessions seemed a lot to him and that it would be more convenient if our sessions took place twice a month (every fortnight). His financial status was quite limited indeed. He also suggested a certain day of the week that he would be more available for our sessions, due to his frequent traveling. I explained to him that he should be committed to our weekly sessions and that I would not tolerate to work with him in sparse sessions. I promised to reduce the charges for our appointments substantially, in order to minimize his hesitation and to schedule our sessions in the time he had suggested. At the end of this first meeting, I asked him about his T-shirt. What did he mean to tell me? Maybe that I should not pressure him because he would get angry. Was he warning me? Was he threatening me? And if so, what would he do that for? Perhaps out of fear. It had been obvious straight away from our first session that absence of emotional expression was evident through other acts, equally symbolic as drama therapeutic techniques, but of different nature (acting out). K. continued being late to our appointments. Later on he started being absent from sessions as well. These deliberate obstacles had to be discussed so that he could realize they were a kind of esoteric conflict which kept him from his therapy. During our first session, I avoided to suggest techniques that would demand ability of high level expressiveness. We began to exercise techniques based on speech, which he was quite familiarized with. Our first basic activities were creative writing techniques, of a text derived from a picture, a sound, or a piece of music . Later we passed on to conjectural techniques that were unknown to him. In spite of this unfamiliarity, he managed, with some encouragement, to produce some initial drawings. Their simplicity was indicative. In these first attempts, a semi-conscious intention of concealment was distinguished. People were drawn with five lines and a circle, while faces were utterly absent. The people in his drawings were striped of emotional expression. “Draw two pictures; one of the way you really are, and one of the way others see you”; following my suggestion, two pictures emerged from this activity that were too quite indicative. (Picture 1) The issue of concealing his feelings was essential to his psychotherapy. The figures that appeared on the conjectural activities had a gradual development. The frail faceless people of the early drawings had turned into the bearing mask comic hero Spiderman (Picture 2). Progress was obvious. This time there was a body, color and eyes. Finally, there was a conscious covering of the face as a defense mechanism. The position of the body was also self-protective. The next direct gamut of techniques introduced were those of physical expressiveness, through sculpturing. In one of those sessions, we explored our mutual interest in new technologies. At this session, technology came up as double mediation. According to K, this turned out to be one of our most important sessions. The digital camera of his cell phone was used in that session, so that he would be able to visualize some of his pictures which I had taken while he was in action and then he commended on them. More specifically, each time he had to pick a small folded piece of paper from inside a hat with a feeling written on it. He would have to reproduce this feeling both expressively and physically. This was a very revealing session for both of us. He had a difficult time to imitate some feelings while he completely adulterated other feelings. Anger was the feeling which was easily detected despite the fact that it took him some time to create the reproduction expressively. Sorrow appeared adulterated and its reproduction, as K. himself saw it in the picture, looked more like a sculpture of a thought or contemplation. Elements expressing sorrow were utterly absent. Recognition of this fact brought up a number of associations. Sorrow, in fact, was an absent element from K.’s personality. Instead a thought came up as a result of reasoning. He recollected the past event of his parents’ death. “I remember the first thing that came to my mind and kept coming over and over for many years to come: “What do we do now? How shall we survive?” Grief for his parents’ loss had been absent and the reason was struggle for survival. Bereavement for his parents’ loss had never existed. This was more obvious through the representation of his life line, which I will not present here due to confidentiality reasons. This line was presented until the middle of his school years and was signaled by his parents’ death. There was no existence what so ever of the most important people of his life (his girlfriend and his three dearest friends whom he frequently mentioned to me). The continuing of the line from his parents’ accident represented his work efforts. There was allusion on different jobs until he found the job he has kept up to now and he is content. That was the time panic attacks burst out and forced him to therapy. We had managed to make a start. From then on absences stopped and K. was very consequent. His environment (his girlfriend and friends) found him more communicative and expressive. It seemed that this fact had contributed to a greater advantage towards his therapy. His absences seemed to have been a sort of covering or wrapping up. Meanwhile his psychiatrist reduced his medication, realizing too the progress of our patient. The issue of concealment reappeared in the next sessions with the face of a ghost (picture 3). There was one more parameter emerging from this figure. The ghost mainly represented a dead/alive figure. For the first time, the issue of life and death came up in our sessions. The ghost returned as a figure in many activities, never consciously. It always emerged form K.’s subconscious and evoked a discussion upon matters of life and death. K., indeed familiarized with the method, made progress in his ability to express himself and developed confidence to my face; he agreed to express himself through character roles and theatrical mediation. We were forced to bring his parents out from the ground; and play with them in some sessions. In those really difficult sessions, the therapist became sometimes his dead father and some other times his dead mother, his sister or even the patient himself, each time we switched character roles. The end of therapy began to come deeply into sight when a dream emerged on the surface which we acted out. “It was a dream that kept coming until the time of the panic attacks burst out”. K began his narration: I’ m going downhill to my school, and across the road is the house of a dear friend where l large group of friends used to get together before or after school. Suddenly, I see a lot of people gathered outside the house. They are all drowsy and silent. I approach and ask what is going on. I feel a hand on my back; I turn around and see my father. He says: “K. is dead!”, K is my best friend. I wake up startled. My ‘best friend’ in the dream has the same name as me. In this dream the problematic symptom of panic emerges. Besides, does the symptom itself, regardless of its nature, consist a metaphor of inhibited meaning? The fear of death for his beloved appears in the dream. The point we worked upon together eventually became aware in his consciousness. Thus, the mask of the dream put to death his best friend who had the same name as him, but not K himself. His father appears from the rear and gives him the bad news. The father had already appeared in former sessions to be playing the most basic role on the shaping of K.’s superego. K. is still alive whilst his parents are not. A strange feeling of guilt emerges because he managed to survive, relevant to what is described in the bibliography, as the guilt of the survivor (see for example the work of Des Pres 1980, Nutkiewicz 2003 on the Jews who survived the Holocaust). Work on feelings of guilt was the last but one section we had done on a personal level. Medication stops completely. K. wishes to continue working for the purpose of a higher level of self awareness. We both decided that he was that he was ready to join the group. At the end of our dual therapeutic session, K was challenged to deal with the death of his dog. He took his dog to be put down. He had been preparing for this farewell for a long time, since he had known that the animal suffered from cancer. Our last meeting took place after his dog’s death. He mentioned how much he cried and for the first time after many years he didn’t clench his teeth he didn’t reason instead of feeling. Panic attacks have never occurred since, although there has been a year since the end of our dual meetings. 

“We die with the dead. Look at them, they go and we go with them”
Four Quartets, T.S.Eliot

BIBLIOGRAPHY
Argyropolous, S., Feeney, A., Nutt,D., (2002), Anxiety disorders comorbid with depression: Panic disorder and agoraphobia, London: Martin Dunitz.

Chouvier, B., Roussillon, R.et collectif, (2006), La temporalité psychique : Psychanalyse, mémoire, et pathologies du temps, Paris :Broché.

Chouvier, B., (2004), Les processus psychiques de la médiation, Paris : Broché.

Chouvier, B, (2002), Les processus psychiques de la médiation : Créativité et Travail thérapeutique.

Des Pres, T., (1980), The Survivor: An Anatomy of Life in the Death Camps, NY: Oxford University Press.

Fanos, J., (1996), Sibling loss, NJ: Lawrence Erlbaum Associates. Hanus, M., (1990), Psychiatrie de l’ Étudiant, Paris: Maloine.

Maser, J., Rachman, S., (Eds), (1988), Panic: Psychological Perspectives, Hillsdale, NJ: Lawrence Erlbaum Associates.

Nutkiewicz, Μ. (2003), Shame, guilt and anguish in Holocaust survivor testimony, in The Oral History Review, Vol. 30.

Root, B., (2000), Understanding panic and other anxiety disorders, Mississippi University Press.

Χαρτοκόλλης, Π., (1991), Εισαγωγή στην Ψυχιατρική, Αθήνα: Θεμέλιο.